Το στοίχημα της τουρκικής ηγεσίας τα τελευταία χρόνια είναι να απλώσει «πόδι» στην Ευρώπη με καλύτερο σενάριο γι αυτήν να περιληφθεί στον νέο αμυντικό σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μπορεί η ελληνική και η κυπριακή πλευρά να μπλοκάρουν τη συμμετοχή στο πρόγραμμα SAFE, αλλά πέραν τούτου δεν υπάρχουν πολλές δυνατότητες αποτροπής αγορών μαχητικών νέας γενιάς. Η συμφωνία Στάρμερ- Ερντογάν για την αγορά των Eurofighter δεν είναι μεμονωμένη κίνηση. Είναι το πρώτο βήμα σε μια συνολική στρατηγική της Τουρκίας, η οποία δεν είναι μυστικό ότι επιδιώκει και εν πολλοίς το καταφέρνει να αναγνωριστεί ο ως κύρια περιφερειακή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Μέση Ανατολή.
Θα ήταν ουτοπικό κάποιος να πιστεύει ότι η Τουρκία θα μείνει στωικά ακίνητη χωρίς να εκσυγχρονίσει τον στόλο των μαχητικών της. Και επειδή βλέπει ότι η όποια ενδεχόμενη συμφωνία με τους αμερικανούς αργεί, στράφηκε προς την Ευρώπη, αγοράζοντας για πρώτη φορά μαχητικά που δεν έρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κίνηση αυτή έχει αξία για τον Ταγίπ Ερντογάν και για ουσιαστικούς και για συμβολικούς λόγους. Πρώτ’ απ’ όλα ανοίγει εκ νέου πόρτα στην Ευρώπη την οποία δεν την θέλει μόνο ως προμηθευτή, αλλά μέσα στα επόμενα χρόνια και αγοραστή αυτών που παράγει η πολεμική βιομηχανία της χώρας του. Σε συμβολικό επίπεδο το όνομα fighter μάλλον τον εξιτάρει αφού θεωρεί τον εαυτό του μαχητή.
Είναι άγνωστο αν η πρόσφατα συμφωνία θα θορυβήσει τις ΗΠΑ και αλλάξουν στάση για την προμήθεια των F-35 αν και η διακυβέρνηση Τραμπ έχει δείξει ότι ο αμερικανός πρόεδρος δεν θέλει να ετεροκαθορίζεται.