Η φετινή περίοδος συγκομιδής εσπεριδοειδών στην Άρτα εξελίσσεται σε έναν εφιάλτη δίχως τέλος για χιλιάδες παραγωγούς, καθώς το προϊόν-σύμβολο της περιοχής, το πορτοκάλι και το μανταρίνι, σαπίζει αδιάθετο πάνω στα κλαδιά. Η ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας δέχεται ένα συντριπτικό πλήγμα, όχι από κάποια φυσική καταστροφή, αλλά από μια πρωτοφανή δυσλειτουργία της αγοράς που αφήνει τους αγρότες έρμαια των εξευτελιστικών τιμών και της αδιαφορίας των εμπορικών κυκλωμάτων. Στα χωριά του κάμπου, η εικόνα των δέντρων που λυγίζουν από τον καρπό την ίδια στιγμή που το έδαφος έχει καλυφθεί από σαπισμένα φρούτα, αποτελεί το πιο σκληρό πειστήριο μιας παραγωγικής κατάρρευσης που απειλεί να αφανίσει ολόκληρα νοικοκυριά.
Οι τιμές που προσφέρονται στην περιοχή, όταν και αν εμφανιστεί αγοραστικό ενδιαφέρον, δεν ξεπερνούν τα 15 λεπτά το κιλό, ποσό που πλέον προκαλεί οργή καθώς δεν επαρκεί ούτε για την κάλυψη του κόστους των λιπασμάτων και του πετρελαίου. Πολλοί παραγωγοί καταγγέλλουν οργανωμένο σχέδιο υποβάθμισης της παραγωγής, με τους εμπόρους να καθυστερούν σκόπιμα τη συλλογή ώστε να πιέσουν για ακόμη χαμηλότερες απαιτήσεις, εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των αγροτών για ρευστότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια ασφυκτική οικονομική πίεση, με τις υποχρεώσεις προς προμηθευτές και τράπεζες να τρέχουν, ενώ τα ταμεία των αγροτικών σπιτιών παραμένουν άδεια στην καρδιά του χειμώνα.
Η κρίση αυτή στην Άρτα αναδεικνύει για ακόμη μια φορά την πλήρη γύμνια του αγροτικού μοντέλου και την ανυπαρξία μηχανισμών προστασίας του παραγωγού. Πέρα από το οικονομικό μέγεθος της καταστροφής, η ψυχολογική πίεση στους ανθρώπους της μόχθου είναι ανυπολόγιστη, με τη νέα γενιά αγροτών να απογοητεύεται και να στρέφεται στην αναζήτηση άλλων διεξόδων μακριά από τη γη. Αν δεν υπάρξει άμεση πολιτική παρέμβαση και έλεγχος της αγοράς, ο κίνδυνος να μείνουν τα κτήματα ακαλλιέργητα την επόμενη χρονιά είναι πλέον ορατός, γεγονός που θα σημάνει τον οριστικό μαρασμό της αρτινής υπαίθρου και τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου.