Σε βαθιά θεσμική κρίση περιήλθε το Διοικητικό Συμβούλιο του Επιμελητηρίου Άρτας κατά την πρόσφατη συνεδρίασή του, καθώς το κρίσιμο ζήτημα της ανέγερσης του νέου Δικαστικού Μεγάρου στον χώρο του πρώην στρατοπέδου «Βερσή» προκάλεσε ανυπέρβλητες διαφωνίες μεταξύ των παρατάξεων. Σύμφωνα με το typosepeirou.gr, η συζήτηση για το μέλλον των υποδομών της περιοχής εξελίχθηκε σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, με αποτέλεσμα την πρόωρη και οριστική διακοπή των εργασιών του σώματος λόγω έλλειψης απαρτίας. Η εξέλιξη αυτή ακολούθησε τη μαζική αποχώρηση των μελών της μειοψηφίας, αναδεικνύοντας τις βαθιές διαφορές που υπάρχουν γύρω από τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και των αναπτυξιακών εργαλείων της πόλης.
Το κλίμα φορτίστηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Άρτας, Μιχαήλ Νικολάου, ο οποίος παρέστη για να αναδείξει τα χρόνια και σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι υφιστάμενες δικαστικές εγκαταστάσεις. Η πλευρά της αντιπολίτευσης, μέσω της παράταξης «Επιχειρούμε Μαζί», εξαπέλυσε δριμεία επίθεση κατά της διοίκησης των κ.κ. Φώτη και Χουλιάρα, κατηγορώντας τους για απαξιωτική αντιμετώπιση απέναντι στον θεσμικό εκπρόσωπο του νομικού κόσμου. Οι καταγγελίες κάνουν λόγο για προτάσεις στέγασης εκτός του αστικού ιστού που υποβαθμίζουν τη λειτουργία της δικαιοσύνης, ενώ η Ήπειρος και ειδικότερα η Άρτα έχουν άμεση ανάγκη από σύγχρονες υποδομές που θα διευκολύνουν την καθημερινότητα των πολιτών.
Η αφορμή για την οριστική ρήξη δόθηκε όταν η αντιπολίτευση κατέθεσε συγκεκριμένο ψήφισμα, ζητώντας την άμεση παραχώρηση κτιρίου εντός του στρατοπέδου για τις δικαστικές υπηρεσίες, παράλληλα με τη δημιουργία ενός σαφούς χρονοδιαγράμματος για τη συνολική αξιοποίηση του υπόλοιπου χώρου. Όπως προκύπτει από τις καταγγελίες, η άρνηση του Προέδρου να θέσει το ζήτημα σε ψηφοφορία, παρά το γεγονός ότι η αντιπολίτευση διέθετε την πλειοψηφία στη συγκεκριμένη συνεδρίαση, θεωρήθηκε από τη μειοψηφία ως σαφής θεσμική εκτροπή. Η παράταξη «Επιχειρούμε Μαζί» ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να νομιμοποιήσει διαδικασίες που ακυρώνουν τον ρόλο του συμβουλίου, αφήνοντας την πόλη σε καθεστώς αναμονής για ένα τόσο ζωτικό έργο.
