
«Οι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, με συνεχή «εντέλλεσθε» από τη διοίκηση συνιστούν εξαναγκασμό σε παραίτηση», αναφέρει στο σκεπτικό της η απόφαση.
Για πρώτη φορά δικαστήριο αναγνωρίζει το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης (burn out) των εργαζομένων, κάτω από τις εξαιρετικά επίπονες και δυσχερείς συνθήκες στις οποίες είναι υποχρεωμένοι να απασχολούνται ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, όπου οι θέσεις εργασίας έχουν μειωθεί δραματικά ενώ αντίθετα οι απαιτήσεις για την κάλυψη αναγκών έχουν αυξηθεί.
Σε μία εποχή μάλιστα που ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι οδηγούνται σε σωματική και ψυχική εξάντληση λόγω του παρατεταμένου ή χρόνιου εργασιακού στρες, αποκτά σημαντική βαρύτητα η δικαστική απόφαση η οποία αφορά τον πολύπαθο χώρο του ΕΣΥ και τα δημόσια νοσοκομεία, όπου γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό καθημερινά ξεπερνούν τον εαυτό τους για να καλύψουν τα κενά της υποστελέχωσης και τις ελλείψεις στις υποδομές.
Μία από αυτούς τους γιατρούς του ΕΣΥ, διευθύντρια Παθολογικής Κλινικής Νοσοκομείου της Κρήτης που κατέληξε τελικά να παραιτηθεί, λόγω του αδιεξόδου που αντιμετώπιζε παρά τις συνεχείς οχλήσεις της προς τη διοίκηση για τον εξαντλητικό ρυθμό εργασίας της, με συνεχείς εφημερίες και χωρίς άδεια, για δύο χρόνια, ήταν αυτή που προσέφυγε στη Δικαιοσύνη πετυχαίνοντας τελικά να δικαιωθεί.
Με την υπ’ αρ. 222/2026 απόφαση την οποία εξέδωσε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων έκανε δεκτή την αγωγή της γιατρού και της επιδίκασε αποζημίωση 20.000 ευρώ (συν τους τόκους) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που, όπως αναφέρεται, υπέστη «από παράνομες ενέργειες και παραλείψεις της διοίκησης του Νοσοκομείου οι οποίες την εξουθένωσαν σωματικά και ψυχικά και την ανάγκασαν να παραιτηθεί από τη θέση του κλάδου γιατρών του ΕΣΥ».
Οι ευθύνες της διοίκησης του νοσοκομείου
Η απόφαση είναι «κόλαφος» για την κατάσταση στο νοσοκομείο, αποδίδοντας σαφείς ευθύνες στη διοίκηση η οποία, όπως τονίζει, δεν έκανε για να την αλλάξει. Αντίθετα, οι συνθήκες έγιναν περισσότερο δύσκολες ακόμη και μετά την πανδημία, « οπότε δεν υφίσταντο πλέον ούτε επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, καθιστώντας πλέον ακόμη δυσχερέστερη την παροχή εργασίας εκ μέρους της γιατρού», επισημαίνει η απόφαση που καταλογίζει στον διοικητή του Νοσοκομείου «ανεπίτρεπτη παράλειψη για την αντιμετώπιση του πλαισίου εργασίας που προκάλεσε στη γιατρό το συγκεκριμένο σύνδρομο».
Όπως αναφέρει η απόφαση, η γιατρός, Διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής το κρίσιμο χρονικό διάστημα, πραγματοποιούσε 24ωρες εφημερίες, «πέραν των νομίμων προβλεπομένων και μάλιστα ταυτόχρονα σε πολλαπλά πόστα (Κλινική Παθολογική, Κλινική covid και ΤΕΠ», χωρίς καν να παίρνει τη νόμιμη άδειά της. Παρά τη «δηλωμένη προς τη διοίκηση του Νοσοκομείου σωματική και ψυχική κούρασή της» ο διοικητής δεν απάντησε καν στα υπηρεσιακά έγγραφα που του απέστειλε «με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της Κλινικής». Ούτε βέβαια τα υπέβαλε σε άλλα όργανα, όπως στην ΥΠΕ, ή στις αρμόδιες υπηρεσίες για να προκηρυχθούν νέες θέσεις γιατρών. Έτσι όλοι οι διαγωνισμοί για διορισμούς ιατρικού προσωπικού απέβαιναν άκαρποι και ουδεμία λύση πρότεινε η διοίκηση του νοσοκομείου για τη βελτίωση της κατάστασης. Αντίθετα, με συνεχή έγγραφα «εντέλλεσθε» από τη διοίκηση, οι ρυθμοί εργασίας της πρώην διευθύντριας της Παθολογικής Κλινικής εντατικοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο με αποτέλεσμα, να παραιτηθεί, ύστερα από 20 χρόνια υπηρεσίας στο ΕΣΥ, το 2022.
Εξαναγκασμός σε παραίτηση
Στο σκεπτικό της απόφασης υπογραμμίζεται πως στη συγκεκριμένη περίπτωση «στοιχειοθετείται η έννοια του εξαναγκασμού σε παραίτηση». Είναι μία κίνηση εξάλλου στην οποία πολλοί γιατροί έχουν προχωρήσει τελευταία, λόγω της δραματικής κατάστασης που έχουν περιέλθει τα δημόσια νοσοκομεία εξαιτίας των μεγάλων ελλείψεων σε προσωπικό όλων των ειδικοτήτων.
Το σκεπτικό της απόφασης
Το δικαστήριο αφού αξιολόγησε όλα τα στοιχεία, ανάμεσά τους και τα έγγραφα που είχε αποστείλει η πρώην Διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής προς τη διοίκηση του Νοσοκομείου με τα οποία έκρουε τον «κώδωνα του κινδύνου», τονίζοντας πως «οι απαιτητικές συνθήκες εργασίας και η συσσωρευμένη κούραση από την αδιάκοπη εργασία την οδήγησαν στην, αποδεδειγμένη από τα στοιχεία ψυχική και σωματική εξάντληση, ήτοι στο σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης «burn out», κατέληξε ότι:
(α) η παράνομη παράλειψη του οργάνου του εναγόμενου νοσοκομείου έπληξε τη σωματική και την ψυχική της υγεία,
(β) τον απαιτητικό χαρακτήρα της νυχτερινής απασχόλησης όταν η ενάγουσα εφημέρευε σε διάστημα κατά το οποίο δεν ελάμβανε άδειες, και της ζωτικής σημασίας του νυχτερινού ύπνου για τη ζωή, την υγεία και τη μακροβιότητα του ανθρώπου,
(γ) ότι η ως άνω παράνομη παράλειψη του οργάνου του εναγομένου έπληξε και την επαγγελματική αξία της ενάγουσας,
(δ) ότι η ως άνω σωματική και ψυχική ταλαιπωρία διήρκησε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2021-2023,
(ε) ότι η επίμαχη παρανομία της στέρησε εν τέλει την επαγγελματική της ταυτότητα και τους προσωπικούς κι επαγγελματικούς της στόχους και πως η βλάβη της περιλαμβάνει, επίσης, την πλήρη αποστέρησή της από την άσκηση των καθηκόντων της και από το μέσο βιοπορισμού που αυτή η θέση συνεπάγεται.
