
Η μέση τιμή λιανικής διαμορφώθηκε τη Δευτέρα στα 5,044 δολάρια το γαλόνι.
Αυξημένο πονοκέφαλο προκαλεί στην κυβέρνηση Τραμπ η νέα εκρηκτική άνοδος στις τιμές των καυσίμων, με το ντίζελ στις ΗΠΑ να σπάει το φράγμα των 5 δολαρίων ανά γαλόνι, σηματοδοτώντας μια νέα φάση έντονων πιέσεων στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Αμερικανικής Ένωσης Αυτοκινήτων (AAA), η μέση τιμή λιανικής διαμορφώθηκε τη Δευτέρα στα 5,044 δολάρια το γαλόνι, καταγράφοντας αύξηση άνω του 30% από την έναρξη της κρίσης.
Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από τον Δεκέμβριο του 2022, εντείνοντας τις ανησυχίες για το κόστος μεταφορών και τις ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία.
Η άνοδος αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη συνεχιζόμενη σύγκρουση στο Ιράν, η οποία έχει διαταράξει τον παγκόσμιο εφοδιασμό πετρελαίου. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της ημερήσιας παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, με τη μειωμένη ροή να ωθεί τις τιμές του αργού πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι ανατιμήσεις στα διυλισμένα προϊόντα. Τα καύσιμα αεροσκαφών έχουν εκτιναχθεί πάνω από τα 200 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το μαζούτ ξεπερνά τα 140 δολάρια, επιβαρύνοντας σημαντικά τη ναυτιλία και τις αερομεταφορές. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι το αυξημένο κόστος μετακυλίεται άμεσα στις τιμές μεταφοράς, επηρεάζοντας την εφοδιαστική αλυσίδα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Την ίδια ώρα, η πίεση εντείνεται από τις κινήσεις μεγάλων ασιατικών οικονομιών. Η Κίνα και η Νότια Κορέα περιορίζουν τις εξαγωγές καυσίμων, επιχειρώντας να διασφαλίσουν την επάρκεια στις εγχώριες αγορές τους, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τη διαθέσιμη προσφορά διεθνώς.
Το νέο κύμα ανατιμήσεων αναμένεται να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να δοκιμάσει τις αντοχές των οικονομιών, την ώρα που οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν μια ακόμη ενεργειακή κρίση με παγκόσμιες προεκτάσεις.