Και πως ο εγκέφαλός μας απαιτεί το δικαίωμα στην τεμπελιά.
Δεν ήταν τόσα πολλά χρόνια πριν, αλλά φαίνονται αιώνες. Πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, όταν όλοι ζούσαμε μια άλλη ζωή, αγαπούσα πολύ την Ταϊλάνδη. Είναι δύσκολο να μην αγαπήσεις τη «χώρα των χαμόγελων» – ωστόσο είχε δυο άγριες όψεις.
Η πρώτη ήταν ο σεξοτουρισμός και η εκπόρνευση μικρών παιδιών, το πιο άγριο ίσως έγκλημα στον κόσμο. Η δεύτερη άγρια όψη της ήταν πως αυτόν τον παράδεισο που απολαμβάναμε οι τουρίστες ήταν σχεδόν αδύνατο να τον πλησιάσει για διακοπές ο μέσος ντόπιος. Δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα ερχόταν η ώρα να το ζήσουμε και στην Ελλάδα – αν κι ένας σοφός ταξιτζής στην Μπανγκογκ το είχε προβλέψει καθώς ακούγαμε τα ζοφερά νέα μας, που έπαιζε «πρώτο θέμα» ακόμα και στα ραδιόφωνα αυτής της μακρινής χώρας της νοτιοανατολικής Ασίας. Ο ταξιτζής τότε με κέρασε την κούρσα – «θα περάσετε πολύ δύσκολα, δεσποινίς. Πιέστε ένα ποτό από εμένα». Δεν τον ξέχασα ποτέ.
«Οι Έλληνες έχουν αποκλειστεί οικονομικά από τις διακοπές»
Θυμάμαι και σήμερα αυτόν τον γλυκό άνθρωπο καθώς διαβάζω το ρεπορτάζ του Bloomberg: «οι Έλληνες έχουν αποκλειστεί οικονομικά από τις καλοκαιρινές διακοπές, παρά την οικονομική ανάκαμψη». Πέρυσι δε η σύγκριση από τον Guardian ήταν απολύτως ευθεία: «Η Ταϊλάνδη της Ευρώπης: Οι ξένοι ζουν ονειρεμένες διακοπές στην Ελλάδα, αλλά οι ντόπιοι δεν τις αντέχουν οικονομικά. Για το φαινόμενο, που ονομάζεται «φτώχεια διακοπών», γράφαμε πέρυσι κι εμείς εδώ στο dnews.
Που χάθηκε το ελληνικό καλοκαίρι; Πως εξαφανίστηκε αυτό που οι γείτονές μας οι Ιταλοί αποκαλούν «dolce far niente», η χαρά του να μην κάνεις τίποτα; Και, κυρίως, τι σημαίνει για την ατομική μας υγεία και την κοινωνική ευεξία το γεγονός ότι και φέτος ο ένας στους δύο θα βλέπει τη θάλασσα μονάχα από την οθόνη του κινητού του;
«Το dolce far niente χάθηκε ακόμα και στην πατρίδα του, την Ιταλία», μας λέει η 66χρονη Καρλότα, που τα τελευταία χρόνια ζει κάθε καλοκαίρι ένα 6μηνο στην Ελλάδα, γυρίζοντας τη χώρα μας από άκρη σε άκρη με ένα μικρό σκαρί, στο οποίο ζει μαζί με τον 76χρονο Γάλλο σύντροφό της. «Νομίζω ότι η αρχή του τέλους ήταν τη δεκαετία του ’90 – τότε όλοι αρχίσαμε να τρέχουμε σαν παλαβοί. Ακόμα και τα μικρά τα παιδιά τα γεμίσαμε δραστηριότητες – σαν να φοβόμαστε τα παιδιά να παίξουν, να γελάσουν, να τεμπελιάσουν, ακόμα και να βαρεθούν. Δεν νομίζω ότι έχει επιζήσει πια τίποτα στην Ιταλία από εκείνα τα ανέμελα, ξέγνοιστα καλοκαίρια».
Για την Ελλάδα δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, τα στοιχεία των τελευταίων (αρκετών πια) χρόνων είναι αποκαλυπτικά: σύμφωνα με την Εurostat, 46,6% των Ελλήνων άνω των 16 ετών αδυνατεί οικονομικά να καλύψει το κόστος μιας εβδομάδας διακοπών. Για τα νοικοκυριά που βρίσκονται στο κατώφλι της φτώχειας η αδυναμία αγγίζει το 82,5%. Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), επιβεβαιώνεται πως μόνο ένας στους δύο θα κάνει διακοπές φέτος, ενώ ακόμα κι όσοι καταφέρουν να αποδράσουν θα φύγουν μονάχα για 4- 7 ημέρες και, κυρίως, θα φιλοξενηθούν από φίλους ή θα πάνε στο σπίτι τους στο χωριό.
Ποιος έκλεψε την ανεμελιά από τα καλοκαίρια μας; Και ποιος εξαφάνισε την ραστώνη; Πως η Αθήνα, που κάποτε τον Αύγουστο άδειαζε ολοσχερώς, τώρα κρατάει ανθρώπους εγκλωβισμένους στα μπετά; Και γιατί μοιάζει όλοι να πάσχουμε από χαιροφοβία, να φοβόμαστε δηλαδή να χαρούμε και να αφεθούμε; Προφανώς γιατί είμαστε ασφυκτικά οικονομικά πιεσμένοι – αλλά όχι μονάχα για αυτό.
Όταν οι διακοπές έγιναν προϊόν
Οι διακοπές όσο κι αν η hustle culture τις δαιμονοποιεί κι ο νεοφιλελευθερισμός τις ξορκίζει στο όνομα – τάχα- της παραγωγικότητας είναι δικαίωμα και για αυτό έχει χυθεί αίμα. Ο Κωνσταντίνος Δημουλάς είναι Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, όπου ερευνά και διδάσκει τις πολιτικές διαστάσεις της κοινωνικής πολιτικής. Μιλήσαμε μαζί του για να μας εξηγήσει πως ακριβώς τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων εξαφανίστηκαν σε βαθμό που να μην τα γνωρίζουν τα δικά μας παιδιά. Κι οι απαντήσεις του μας πάνε πέρα από το προφανές.
Κωνσταντίνος Δημουλάς
«Για να δούμε πως χάθηκε η ανεμελιά, πρέπει να δούμε πότε πραγματικά υπήρξε», ξεκινά τον συλλογισμό του ο Δημουλάς. «Η εποχή του ανέμελου ελληνικού καλοκαιριού εντοπίζεται κυρίως στις δεκαετίες του ‘70 και, ειδικά στην Ελλάδα, τη δεκαετία του ‘80. Γιατί αυτό συνδυάζεται πρώτα απ’ όλα με μία διάθεση αλλά και ένα πλαίσιο πνευματικής και σωματικής αναγέννησης από την πίεση της εργασίας και των άλλων υποχρεώσεων. Η ανεμελιά συνδυάζεται με διάφορα δικαιώματα που μπορεί να έχουν οι άνθρωποι – στη δεκαετία του 1980 ενισχύθηκε το εισόδημα των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων σημαντικά, ενώ διευρύνθηκαν τα εργασιακά και τα κοινωνικά δικαιώματα. Από εκεί και πέρα όμως, άρχισαν να εφαρμόζονται σφιχτές οικονομικές πολιτικές, κυρίως μετά την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη του Μάαστριχτ που επέβαλε περιορισμό στα εισοδήματα και εντατικοποίηση της εργασίας, η οποία σταδιακά επεκτάθηκε με τα ευέλικτα ωράρια και τον περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ειδικά μετά την κρίση και τα μνημόνια, οι εργαζόμενοι στερήθηκαν εισόδημα σε βαθμό που να μην μπορούν να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες, πόσο μάλλον να απολαύσουν ένα χαλαρό διάστημα διακοπών 2-3 εβδομάδων».
Ωστόσο, δεν είναι μονάχα η οικονομική στενότητα που μας στερεί την καλοκαιρινή απόλαυση – ένδεια που καταγράφεται και στους δείκτες ευημερίας των πληθυσμών, αφού θεωρείται εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας για την υγεία το δικαίωμα στην παύση από την εργασία. Παραπέμπτοντας στον Λυκ Μπολτάνσκι και τον τον Αρνό Εσκέρ, ο Δημουλάς εξηγεί πως η Οικονομία του Εμπλουτισμού (Enrichment Economy) κατέστρεψε και την θερινή ραστώνη. Οι Boltanski και Esquerre υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός στη Δύση έχει υποστεί έναν θεμελιώδη μετασχηματισμό: αφενός αποβιομηχανοποιείται και αφετέρου αυξάνει την εκμετάλλευση ορισμένων πόρων που έχουν αποκτήσει πρωτοφανή σημασία. Ένας από αυτούς τους πόρους είναι πια και οι εμπειρίες μας, που γίνονται αφηγήσεις κι αντικείμενα συλλογής. Όπως πια κι οι διακοπές.
«Με την εμπορευματοποίηση που υπήρξε στον τουρισμό κυρίως από τη δεκαετία του 2000, οι διακοπές έγιναν ένας οικονομικός πόρος κι ένας μηχανισμός συσσώρευσης κεφαλαίου και κερδοφορίας. Έτσι περιορίστηκε πολύ η ελευθερία των διακοπών και ακρίβυναν πολύ», εξηγεί ο Δημουλάς. «Όλο και περισσότεροι χώροι που ήταν ελεύθεροι έγιναν οιονεί ή και κυριολεκτικά ιδιωτικοί – στις παραλίες π.χ. το κόστος ανέβηκε πάρα πολύ, ενώ το εισόδημα περιορίζεται. Ταυτόχρονα, αφού οι διακοπές έγιναν ένα είδος οικονομικής δραστηριότητας και κερδοφορίας, άρχισαν να μπαίνουν σε καλούπια από το μάρκετινγκ και σε ένα άλλου είδους προγραμματισμό. Τώρα πια, ειδικά μετά την άνοδο των social media, έχουμε κατά κάποιο τρόπο και στις διακοπές ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα – να κάνουμε εκείνο, να δούμε το άλλο».
Δεν φταίνε μόνο τα χρήματα
Πολλά έχουν πια αλλάξει στη ζωή μας και δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε ούτε το καλοκαίρι – σε βαθμό που μας φαίνεται πως κάποιοι άλλοι έζησαν εκείνα τα καλοκαίρια που για μια μεσαία οικογένεια ήταν κάτι κανονικό το να φύγει για ένα μήνα στη θάλασσα. Ωστόσο είναι πολύ περισσότεροι των οικονομικών οι παράγοντες που μας κρατάνε στην τσίτα, όπως θα μας πει η οργανωσιακή ψυχολόγος Ελισσάβετ Γεωργίου.
Ελισσάβετ Γεωργίου
«Σίγουρα έχουμε λιγότερα χρήματα σε σχέση με το παρελθόν, αλλά οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις για ένα περιβάλλον διακοπών είναι πολύ πιο οικονομικά απαιτητικές σε σχέση με το παρελθόν», λέει η Γεωργίου. «Παλιότερα μπορεί να πηγαίναμε σε ένα απλό δωμάτιο ή στο χωριό μας για μεγάλα διαστήματα, σήμερα έχουμε άλλες προσδοκίες. Η αναζήτηση για κάτι διαφορετικό μας βάζει σε μία αγωνία και μία προσδοκία που πολλές φορές ματαιώνεται – κι αυτό γίνεται βασική αιτία να χάνουμε τη ραστώνη. Παρατηρήστε τα γκρουπ: οι περισσότεροι με το κινητό τους προσπαθούν να βγάλουν φωτογραφία ή ένα βίντεο για να το ανεβάσουν κάπου. Αυτό και μόνο βάζει το άτομο σε μία άλλη κατάσταση από το να απολαύσει και να είναι παρόν στη στιγμή».
Ο εγκέφαλός μας καθημερινά βομβαρδίζεται από αναρίθμητα ερεθίσματα και πληροφορίες, ενώ η δουλειά για όλους μας εντατικοποιείται. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, νιώθουμε όλοι υποχρεωμένοι να τρέχουμε ακαταπαύστως ακόμα κι όταν τυπικά βρισκόμαστε σε παύση, δηλαδή σε άδεια. «Διακοπές σημαίνει διακόπτω ακόμα κι αν δυσκολεύομαι οικονομικά να φύγω από την πόλη. Σημαίνει ακούω τις ανάγκες μου, επιτρέπω στον εαυτό μου να ηρεμήσει, να χαλαρώσει, να μείνει στο κενό για να επαναπροσδιοριστεί. Βρισκόμαστε σε μία συνθήκη που η παύση είναι ενοχή», λέει η Γεωργίου. «Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι για την καλύτερη λειτουργία του σώματος και του εγκεφάλου χρειάζεται να είμαστε από την εγρήγορσή να μπαίνουμε σε φάση χαλάρωσης .Όταν ένα σύστημα λειτουργεί διαρκώς σε ένταση και υπερδιέγερση, δημιουργούνται πάρα πολλά προβλήματα τόσο σε επίπεδο συμπεριφοράς, όσο και σωματικά, που τα περισσότερα συνδέονται με τα αυτοάνοσα που βλέπουμε τόσο μεγάλη ανάπτυξη.
» Αυτό που θέλουμε είναι το δικαίωμα του προσωπικού χρόνου και της αυτοδιάθεσης σύμφωνα με τις ανάγκες μας. Το να κατανοήσουμε ότι σήμερα θα προσφέρουμε στον εαυτό μας την δυνατότητα να κοιτάζει το ταβάνι, να κοιτάζει κάτι χωρίς νόημα. Να αφήσουμε τον εγκέφαλο χωρίς ερεθίσματα, χωρίς να χρειάζεται να σκεφτει κάτι. Να είμαστε εκεί στο κενό. Αυτό το κενό εκείνη την ώρα δίνει χώρο κι ο εγκέφαλός μας, που έχει υπερφόρτωση, χρειάζεται το κενό για να μπορέσει να ισορροπήσει.
»Εάν διαρκώς τροφοδοτείται από ερεθίσματα, δημιουργεί στρες. Το μακροχρόνιο στρες είναι μάστιγα της εποχής μας. Είτε λοιπόν φύγουμε για διακοπές, είτε μείνουμε στο σπίτι μας είναι σημαντικό να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μην έχει πρόγραμμα, να κάνει ό,τι θέλει χωρίς τον περιορισμό του χρόνου και του καθήκοντος. Αυτό λειτουργεί πολύ θεραπευτικά και στο νευρικό μας σύστημα, αλλά και στον εαυτό μας, είναι μια πράξη αυτοφροντίδας».
