Ποιοι έλληνες συνθέτες τον μελοποίησαν, ποιοι σπουδαίοι τον τραγούδησαν – Ο Καββαδίας ενώνει τον θάνατο του Λόρκα με τη φασιστική βία στην Ελλάδα: Καισαριανή, Δίστομο, εκτελέσεις, Κατοχή. Έτσι ο Λόρκα γίνεται σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα. Το ποίημα έγινε αργότερα ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου στον Σταυρό του Νότου (1979).
Το 1971, στην Ελλάδα της Χούντας κυκλοφορεί ένας δίσκος με τίτλο ο «Μέτοικος», σε μουσική του Απόστολου Καλδάρα, στίχους του Πυθαγόρα Παπασταματίου και ερμηνευτή τον νεαρό Γιώργο Νταλάρα. Ανάμεσα στα άλλα τραγούδια υπάρχει και «Ο θάνατος του ποιητή», οι στίχοι δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του ποιητή, οι μόνοι που δεν το αντιλήφθηκαν ήταν οι λογοκριτές της Χούντας:
«Γιατί τον σκότωσαν γιατί
τον γελαστό τον ποιητή
αυγούλα στη Γρανάδα […]
μες στου Βηθνάρ το ρέμα»
Βηθνάρ ονομαζόταν η περιοχή όπου στις 19 Αυγούστου 1936, σε ηλικία 38 ετών, εκτελέστηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα από τους φασίστες Φαλαγγίτες του Φράνκο, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου. Στα λίγα χρόνια που έζησε αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του 20ου αιώνα.
Δύο λόγια για τη ζωή του
Ο Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1898 στο Φουέντε Βακέρος, κοντά στη Γρανάδα της Ανδαλουσίας. Η ζωή και το έργο του συνδέθηκαν βαθιά με την ανδαλουσιανή παράδοση, τη λαϊκή μουσική, το φλαμένκο και το cante jondo (Βαθύ τραγούδι), δραματικό είδος που θεωρείται ένας από τους αρχαιότερους και πιο αυθεντικούς πυρήνες του φλαμένκο.
Εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου έζησε στη Residencia de Estudiantes. H Residencia ιδρύθηκε το 1910, ήταν φοιτητική εστία, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούσε ως κέντρο πολιτισμού και διαλόγου. Eγκαταστάθηκε σε αυτήν το 1919 και γνωρίστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες και διανοούμενους, ανάμεσά τους ο Σαλβαδόρ Νταλί και ο Λουίς Μπουνιουέλ.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμμετοχή του στη «La Barraca», έναν φοιτητικό θεατρικό θίασο που παρουσίαζε κλασικά ισπανικά έργα. Το 1929-1930 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η εμπειρία της Νέας Υόρκης επηρέασε βαθιά την ποίησή του. Αργότερα ταξίδεψε στην Κούβα, στην Αργεντινή και στην Ουρουγουάη, όπου γνώρισε μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία.
Eπέστρεψε στην Ισπανία σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης. Συνέχισε να γράφει και να ανεβάζει θέατρο. H προσωπικότητά του, η πολιτική και καλλιτεχνική του στάση τον έφερναν σε σύγκρουση με τους συντηρητικούς κύκλους. Η ομοφυλοφιλία του είχε επίσης ιδιαίτερη σημασία μέσα στο συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον της εποχής.
Τον Ιούλιο του 1936 εκδηλώθηκε πραξικόπημα εναντίον της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας. Η Γρανάδα πέρασε στον έλεγχο των πραξικοπηματιών και το πολιτικό κλίμα έγινε εξαιρετικά βίαιο.Ο Λόρκα βρισκόταν στην οικογενειακή του κατοικία. Ο γαμπρός του, Μανουέλ Μοντεσίνο, ήταν δήμαρχος της Γρανάδας και σοσιαλιστής. Συνελήφθη και δολοφονήθηκε στις 16 Αυγούστου.
Ο Λόρκα αναζήτησε προστασία στο σπίτι της οικογένειας Ροσάλες, που είχε σχέσεις με τους Φαλαγγίτες. Παρά τις προσπάθειες σημαντικών ανθρώπων, μεταξύ των οποίων ο μουσικός Μανουέλ ντε Φάγια και ο Λουίς Ροσάλες, δεν κατάφερε να σωθεί. Στις 16 Αυγούστου 1936 συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Κυβερνείο της Γρανάδας. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε προς την περιοχή Βίσναρ όπου και εκτελέστηκε. Ο τάφος του δεν έχει εντοπιστεί με βεβαιότητα.
Το ποιητικό του έργο
Η δημιουργία του Λόρκα καλύπτει σχεδόν κάθε μορφή τέχνης, κυρίως όμως την ποίηση και το θέατρο. Στα πρώτα του έργα αναζητά μια προσωπική σύνθεση της ανδαλουσιανής παράδοσης και του μοντερνισμού. Σημαντικός σταθμός είναι το «Βιβλίο των ποιημάτων» που γράφεται το 1921, ενώ ακολουθεί το «Ποίημα του Βαθύ τραγουδιού» γραμμένο το 1921-1922 και δημοσιευμένο το 1931.
Το 1926, στη συλλογή «Ωδές», περιλαμβάνει την «Ωδή στον Σαλβαδόρ Νταλί». Το ποίημα περιστρέφεται γύρω από την τέχνη, την ομορφιά, τη γεωμετρία και τη σχέση του καλλιτέχνη με την πραγματικότητα. Είναι σημαντικό και βιογραφικά, επειδή αποτυπώνει τη στενή σχέση των δύο καλλιτεχνών στα νεανικά τους χρόνια.
Το 1928 εκδίδεται το περίφημο «Τσιγγάνικο Ρομάντζο», έργο που τον καθιερώνει ευρύτατα. Μέσα από τα μέτρα και την παράδοση του ισπανικού ρομάντζου, ο Λόρκα δημιουργεί έναν ποιητικό κόσμο γεμάτο έρωτα, θάνατο, βία, τιμή και κοινωνική καταπίεση. Η Σολεά, η πρωταγωνίστρια τσιγγάνα, γίνεται σύμβολο.
Η εμπειρία της Νέας Υόρκης τον οδηγεί στο «Ποιητής στη Νέα Υόρκη», όπου αποτυπώνει την εικόνα της μεγαλούπολης. Το βιβλίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 1940. Ο Λόρκα παρουσιάζει τη Νέα Υόρκη ως έναν εφιαλτικό, απάνθρωπο κόσμο. Η τεράστια πόλη δεν κοιμάται ποτέ και ο άνθρωπος συνθλίβεται μέσα στη μηχανική και απρόσωπη πραγματικότητα.
Το 1935 γράφει το ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», για τον θάνατο του φίλου του, του διάσημου ταυρομάχου Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, ο οποίος πέθανε από τραύματα που υπέστη σε ταυρομαχία. Το έργο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ποιητικούς θρήνους του 20ού αιώνα. Η περίφημη φράση «5 η ώρα που βραδυάζει» επαναλαμβάνεται σαν τελετουργικό πένθους και έμεινε σαν απόφθεγμα δηλωτικό της θλίψης.
Ο θεατρικός Λόρκα
Στο θέατρο, το πρώτο σημαντικό έργο είναι η «Mαριάννα Πινέδα» (1927-1928). Αναφέρεται στην πραγματική ιστορία της Μαριάννα ντε Πινέδα η οποία εκτελέστηκε σε ηλικία 27 χρονών επειδή έκρυψε και υπέθαλψε αγωνιστές για την ανεξαρτησία της Ανδαλουσίας. Υπάρχει μια υπέροχη ελεύθερη απόδοση του Λευτέρη Παπαδόπουλου μελοποιημένη από τον Χρήστο Λεοντή και ερμηνευμένη από τον Μανόλη Μητσιά και την Τάνια Τσανακλίδου:
«Μέρα γεμάτη θλίψη στη Γρανάδα, κλαίνε κι οι πέτρες της ακόμα
Σαν βλέπουν να πεθαίνει στην κρεμάλα, γιατί δεν πρόδωσε η όμορφη Μαριάννα…»
Το 1933 παρουσιάζεται το έργο «Ο έρωτας του Δον Περλιμπλίν με τη Μπελίσα στον κήπο του», ένας παράξενος, ποιητικός και τραγικός έρωτας που συνδυάζει επιθυμία, ζήλια, αυταπάτη και θάνατο. Την ίδια χρονιά, στις 8 Μαρτίου 1933 στο Teatro Beatriz της Μαδρίτης, θα παρουσιαστεί με τεράστια επιτυχία ο «Ματωμένος γάμος». Είναι τραγωδία σε τρεις πράξεις, γραμμένη σε πεζό και ποιητικό λόγο.
Αποτελεί τον πρώτο μεγάλο θεατρικό θρίαμβο του Λόρκα και σηματοδοτεί την ώριμη δραματουργική του περίοδο. Ο Λόρκα θέτει τον έρωτα εναντίον των κοινωνικών κανόνων, της πατριαρχικής αντίληψης για την «τιμή» και της οικογενειακής υποχρέωσης. Πήρε την αφορμή από μια πραγματική αιματηρή ιστορία στην περιοχή Νίχαρ της Αλμερίας. Ένα σχετικό δημοσίευμα του 1928 για ένα έγκλημα που συνδεόταν με γάμο, φυγή και δολοφονία αποτέλεσε την αφετηρία για τη δραματουργική επεξεργασία του.
Ακολουθούν η «Γέρμα» (1934), τραγωδία για την επιθυμία της μητρότητας και τη στειρότητα και « Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», ολοκληρωμένο στις 19 Ιουνίου 1936, λίγο πριν από τον θάνατό του. Παρουσιάζει την καταπίεση, την κοινωνική επιτήρηση, τη σεξουαλική επιθυμία και την εξέγερση μέσα σε μια οικογένεια γυναικών. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1945.
Η άτυπη αυτή «τριλογία» αναδικνύει τον βασικό πυρήνα του θεάτρου του: ο άνθρωπος επιθυμεί την ελευθερία αλλά η κοινωνία, η τιμή, η οικογένεια και η μοίρα τον οδηγούν στην καταστροφή.
Ο πολιτικός Λόρκα
Ο Λόρκα δεν ήταν κομματικός διανοούμενος με την έννοια ενός οργανωμένου πολιτικού ακτιβιστή. Ωστόσο, το έργο και η δημόσια στάση του εξέφραζαν έντονη αντίθεση στην κοινωνική καταπίεση, τον αυταρχισμό, την υποκρισία και τις κοινωνικές ανισότητες. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τους ανθρώπους που βρίσκονταν στο περιθώριο της κοινωνίας. Στα έργα του εμφανίζονται τσιγγάνοι, φτωχοί, γυναίκες, άνθρωποι που ασφυκτιούν κάτω από τις κοινωνικές συμβάσεις και πρόσωπα που συγκρούονται με την εξουσία. Η ελευθερία της επιθυμίας και η σύγκρουση του ατόμου με μια καταπιεστική κοινωνική τάξη αποτελούν σταθερά θέματα της δραματουργίας του.
Χαρακτηριστικό είναι το ενδιαφέρον του για το θέατρο ως κοινωνική δύναμη. Για τον Λόρκα, το θέατρο δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία αλλά ένας τρόπος να εκπαιδεύεται και να προβληματίζεται ένας λαός. Υποστήριζε ότι ένα ζωντανό θέατρο μπορεί να αποκαλύπτει παλιές και λανθασμένες ηθικές αντιλήψεις.
Η σχέση του με τη Δημοκρατία και το αριστερό πολιτικό περιβάλλον έγινε περισσότερο εμφανής τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το 1936 συμμετείχε σε εκδηλώσεις υπέρ του ηγέτη των Βραζιλιάνων κομμουνιστών Λουίς Κάρλος Πρέστες και σε εκδηλώσεις του «Λαικού Μετώπου». Τον Μάιο του ίδιου έτους προσυπέγραψε εκδήλωση προς τιμήν Γάλλων συγγραφέων που συνδεόταν με το «Λαϊκό Μέτωπο», ενώ τον Ιούλιο υπέγραψε κείμενο εναντίον του δικτάτορα της Πορτογαλίας Σαλαζάρ.
Είναι χαρακτηριστική η δήλωσή του που καταγράφεται από τον Ντάμασο Αλόνσο, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του Ισπανικού εμφυλίου.
«Εγώ είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης. Αλλά πολιτικός δεν θα γίνω ποτέ, ποτέ!»
Όσο για το τι σημαίνει αυτό στην πράξη:
«Πώς είναι δυνατόν ο ποιητής να κλείνει τα μάτια μπροστά στους ανθρώπους που υποφέρουν, μπροστά στην τρομερή τραγωδία του καταπιεσμένου ανθρώπου; Ο ποιητής πρέπει να το αισθάνεται και να το κατανοεί και να βοηθά, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, στην κατάκτηση ενός κόσμου πιο δίκαιου και πιο ανθρώπινου.»
Ο Λόρκα και η Ελλάδα των ποιητών
Ο Λόρκα γίνεται πηγή έμπνευση στην ελληνική ποίηση ακριβώς μέσα από το κοινό τραύμα του φασισμού, της Κατοχής, της Αντίστασης και του εμφυλιακού κλίματος. Το 1945 ο Νίκος Καββαδίας γράφει το περίφημο ποίημά του «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» που το δημοσίευσε στις 19 Μαΐου 1945 στα «Ελεύθερα Γράμματα» και αργότερα το συμπεριέλαβε στη συλλογή «Πούσι» (1947).
Δεν γράφει απλώς έναν θρήνο για έναν ξένο ποιητή. Ο Καββαδίας ενώνει τον θάνατο του Λόρκα με τη φασιστική βία στην Ελλάδα: Καισαριανή, Δίστομο, εκτελέσεις, Κατοχή. Έτσι ο Λόρκα γίνεται σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα. Το ποίημα έγινε αργότερα ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου στον Σταυρό του Νότου (1979).
Ο Νίκος Εγγονόπουλος έγραψε το ποίημα «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Camino de la Fuente» ως ποιητική αντίδραση στη δολοφονία του Λόρκα και το δημοσίευσε για πρώτη φορά το 1956· εντάχθηκε στη συλλογή «Ποιήματα Β» (1977). Ο δημοσιογραφικός και όχι ποιητικός, μακροσκελέστατος τίτλος δεν είναι τυχαίος, ο Εγγονόπουλος πιστεύει πως η τέχνη δεν μπορεί να αποτρέψει τη δολοφονία του ποιητή («είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς), αλλά αντιστέκεται στη λήθη.
Ο Γιάννης Δάλλας το 1948 δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Δεν πρόκειται επομένως για ένα απλό ποίημα-αφιέρωση. Η ίδια η πρώτη ποιητική συλλογή ενός νέου Έλληνα ποιητή έχει ως τίτλο το όνομα του Λόρκα. Η συλλογή είναι ένας θρήνος για τον Ισπανό ποιητή, γραμμένος σε παραδοσιακό μέτρο, χωρισμένος σε τρεις ενότητες.
Εκτός από τα εμβληματικά αυτά έργα, υπάρχει και ένας ευρύτερος «κύκλος» Ελλήνων ποιητών που γράφουν με αφορμή τον Λόρκα, αναφέρουμε ενδεικτικά τους Ανδρέα Καμπά, Κλείτο Κύρου και Τάσο Παππα.
Ο Λόρκα κι η Ελλάδα των μουσικών
Μιλάσαμε ήδη για τη μελοποίηση του ποιήματος του Καββαδία από τον Θ. Μικρούτσικο, αξίζει να αναφέρουμε τις σημαντικότερες μελοποιήσεις των έργων του ίδιου του Λόρκα.
Το 1948 ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε τη μουσική και τα τραγούδια για τον «Ματωμένο γάμο», την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, με την απόδοση του Ν. Γκάτσου.Το 1959/1960 θα ντύσει μουσικά το έργο «Ο έρωτας του Δον Περλιμπλίν με την Μπελίσα» που παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης σε απόδοση Ν. Γκάτσου.
Το 1962 ο Μάνος Λοΐζος, μελοποιεί το «Τραγούδι του δρόμου, το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε. Η απόδοση του Νίκου Γκάτσου και η ερμηνεία του Γιώργου Μούτσιου. Ο Λοΐζος είχε ανακαλύψει το ποίημα του Λόρκα στην «Επιθεώρηση Τέχνης».
Το 1967 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί το «Τσιγγάνικο ρομάντζο», 7 ποιήματα σε ελεύθερη απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη. Ήταν η τελευταία σύνθεση του Θεοδωράκη πριν από τη δικτατορία. Η δικτατορία εμπόδισε την παρουσίασή του στην Ελλάδα και πρωτοηχογραφήθηκε στο Παρίσι το 1970. Το 1986 θα μελοποιήσει το έργο «Φεύγω για το Σαντιάγκο».
Το 1969 ο Γιάννης Γλέζος μελοποιεί «12 τραγούδια του F. G. Lorca» σε απόδοση του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Είναι σημαντικό και για πολιτικούς λόγους: κυκλοφορεί μέσα στη δικτατορία που η λογοκρισία της «συλλαμβάνεται κοιμώμενη». Ο Γλέζος το 1974 θα μελοποιήσει και το ποίημα «Αντόνιο Τόρες Χερέδια». Στην ίδια κατάσταση θα συλληφθεί η λογοκρισία και όταν ο Σταύρος Ξαρχάκος μελοποιεί το έργο «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», μια καντάτα σε απόδοση του Ν. Γκάτσου και αφήγηση του Μάνου Κατράκη.
Το 1974 ο Χρήστος Λεοντής μελοποιεί 12 ποιήματα του Λόρκα σε έναν δίσκο με τίτλο «Αχ… Έρωτα» σε απόδοση Λευτέρη Παπαδόπουλου. Έργα του Λόρκα θα μελοποιήσουν και άλλοι σημαντικοί μουσικοί όπως ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Αντώνης Πελεκάνος, ο Γιώργος Κουρουπός, ο Δημήτρης Μαραμής, η Θεοδώρα Κουτσοβαγγέλη, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κ.α..
«Έλληνας» και πανανθρώπινος
Όλη αυτή η δημιουργία επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε τον Λόρκα «δικό μας ποιητή» και η αυθαιρεσία που εμπεριέχεται σε αυτήν την εκτίμηση να μην είναι κραυγαλέα. Ο Λόρκα έκανε στίχους την ψυχή του ισπανικού λαού και μάλιστα των πιο καταπιεσμένων τμημάτων του. Μίλησε για την καταπίεση που βίωναν όχι κυρίως με τη μορφή πολιτικού τραγουδιού, χωρίς να λείπει κι αυτό για να θυμηθούμε τη Μαριάννα Πινέδα, αλλά για την καταπίεση που βίωναν στις μικρές και μεγάλες στιγμές την κάθε ημέρας, σε κάθε σχέση.
Έφερε στο προσκήνιο αυτούς τους ανθρώπους και πάνω από όλα το «μισό του ουρανού», το διαχρονικά πιο καταπιεσμένο κοινωνικό στρώμα, τις γυναίκες. Ύμνησε τον έρωτα ως το ισχυρότερο συναίσθημα, αλλά ταυτόχρονα κατήγγειλε και την καταστολή του από την πατριαρχική εξουσία. Στο λίγο χρόνο που έζησε τα κατήγγειλε αυτά στο πρόσωπο του φασισμού.
Και αυτό εξηγεί γιατί ο Λόρκα έγινε στην Ελλάδα κάτι περισσότερο από μεταφραζόμενος ξένος ποιητής: έγινε σύμβολο του ποιητή που δολοφονείται από τη φασιστική βία, του ποιητή που μίλησε για όσα βίωνε και ο ελληνικός λαός τόσο στην κοινωνική όσο και στην πολιτική ζωή. Τα θέματα του Λόρκα είναι τα θέματα που, στην αναλογία των κοινωνιών, απασχόλησαν και τους μεγάλους Έλληνες ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς, για αυτό οι στίχοι των μελοποιημένων ποιημάτων του τραγουδήθηκαν στη χαρά και στη λύπη του ελληνικού λαού Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη αυτής της σχέσης από τους στίχους του Καββαδία:
«Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τί να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω
κ’ ίσα έν’ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μεσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.»
«Κατσίβελος», τυπικά είναι ο Τσιγγάνος / Ρομά. Ο Καββαδίας αποκαλεί έτσι τον Λόρκα, επειδή είναι ο ποιητής του «Τσιγγάνικου Ρομάντζου». Το «κατσίβελε» είναι ποιητική προσφώνηση του Λόρκα, όχι αναφορά στην καταγωγή του, μια «μετωνυμία». Η«μπόλια» είναι ο γυναικείος κεφαλόδεσμος. Στο ποίημα όμως η λέξη έχει τελετουργική και συμβολική σημασία: ο νεκρός Λόρκα παρουσιάζεται σαν να έχει μεταφερθεί και τυλιχτεί στη μπόλια, πριν τυλιχτεί στο «μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό» που παραπέμπει στη μαυριτανική/αραβοϊσπανική Ανδαλουσία, την πατρίδα του Λόρκα.
Ο Καββαδίας ενώνει Ισπανία και Ελλάδα: η Κόρδοβα: ο θάνατος του Λόρκα, Καισαριανή:οι εκτελέσεις στην Ελλάδα, Δίστομο: η ναζιστική σφαγή. Δυό λαοί με τόσα κοινά χαρακτηριστικά που υπέφεραν από τον φασισμό. Κι ο Λόρκα, η γέφυρα που τους ενώνει…
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας, τα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Τόπος»)
