
Η αγορά ενός ολοκαίνουργιου, ακριβού συστήματος κλιματισμού δεν εγγυάται πάντα τη δροσιά που περιμένουν οι καταναλωτές.
Μετά την τοποθέτηση ενός πλήρους συστήματος HVAC σε μονοκατοικία 150 τετραγωνικών μέτρων, ο ιδιοκτήτης διαπίστωσε ότι τις πιο θερμές ώρες της ημέρας η εσωτερική θερμοκρασία αυξανόταν από τους 22°C στους 25,5°C. Παρά τις επανειλημμένες επισκέψεις του τεχνικού για ρυθμίσεις στο ψυκτικό υγρό και αντικατάσταση εξαρτημάτων, το πρόβλημα επέμενε κατά τις περιόδους αιχμής.
Το θέμα δημοσιοποιήθηκε σε διαδικτυακό φόρουμ τεχνικών, προκαλώντας έντονο προβληματισμό. Αρκετοί ειδικοί επεσήμαναν ότι η απόδοση ενός συστήματος κλιματισμού δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο από τη λειτουργία της μονάδας. Παράγοντες όπως η στατική πίεση, η διατομή και η διαδρομή των αεραγωγών, καθώς και η διαφορά θερμοκρασίας εισαγωγής και εξαγωγής αέρα είναι καθοριστικοί για τη διαπίστωση της πραγματικής του απόδοσης.
Ωστόσο, η επικρατέστερη εκτίμηση εστίασε στο ίδιο το κτίριο.
Όπως σημείωσαν πολλοί τεχνικοί, το πρόβλημα φαίνεται να εντοπίζεται στη μόνωση και όχι στη δύναμη του κλιματιστικού. Όταν η θερμότητα διεισδύει ανεμπόδιστα από τη στέγη, τα παλιά κουφώματα ή τις χαραμάδες, ακόμη και η πιο ακριβή μονάδα εξαναγκάζεται να λειτουργεί στο όριο χωρίς να αποδίδει τα αναμενόμενα, καταναλώνοντας παράλληλα τεράστιες ποσότητες ρεύματος.
Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων, οι ειδικοί προτείνουν να αποφεύγονται οι εμπειρικές αλλαγές εξαρτημάτων. Η διενέργεια μιας ολοκληρωμένης ενεργειακής επιθεώρησης μπορεί να αναδείξει τις πραγματικές θερμικές απώλειες του χώρου.
Η σωστή μόνωση της σοφίτας, η σκίαση των δυτικών παραθύρων και η στεγανοποίηση των ανοιγμάτων αποτελούν απαραίτητα βήματα ώστε η επένδυση σε νέο κλιματιστικό εξοπλισμό να πιάσει τόπο.
Πηγή: thecooldown.com