Δεκαπέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, δύο υποθέσεις εξακολουθούν να συμπυκνώνουν το αποτύπωμα των μνημονίων στο ιδιωτικό χρέος. Ο λόγος για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο και οι εκκρεμότητες του νόμου 3869/2010, του λεγόμενου νόμου Κατσέλη.
Δεν πρόκειται απλώς για τραπεζικές υποθέσεις. Πρόκειται για κοινωνικά τραύματα που άνοιξαν μέσα στην κρίση και τώρα επιχειρείται να κλείσουν οριστικά με πολιτικό κόστος, δημοσιονομικό αποτύπωμα αλλά και νομικές προεκτάσεις.
Δάνεια σε ελβετικό φράγκο: Η ρύθμιση και οι δικαιούχοι
Η πρώτη πληγή αφορά περίπου 30.000 δανειολήπτες που, την περίοδο 2005- 2009, επέλεξαν στεγαστικά σε ελβετικό φράγκο. Το χαμηλό επιτόκιο της εποχής φάνταζε ως ευκαιρία. Ο συναλλαγματικός κίνδυνος, όμως, δεν αποτιμήθηκε με την ίδια βαρύτητα.
Όταν το ελβετικό φράγκο ανατιμήθηκε, ιδίως μετά το 2015, τα υπόλοιπα των δανείων εκτινάχθηκαν. Δανειολήπτες που κατέβαλλαν κανονικά τις δόσεις τους βρέθηκαν να χρωστούν περισσότερα από το αρχικό κεφάλαιο.
Η κυβέρνηση επιχειρεί σήμερα να δώσει οριστική λύση. Η πλατφόρμα της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα έχει ανοίξει και οι ενδιαφερόμενοι έχουν προθεσμία έως τις 19 Αυγούστου 2026 να υποβάλουν αίτηση.
Οριστική μετατροπή και ευρωπαϊκός έλεγχος
Η ρύθμιση προβλέπει μετατροπή του δανείου σε ευρώ με βελτιωμένη ισοτιμία σε σχέση με την τρέχουσα και με σταθερό χαμηλό επιτόκιο για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής.
Η ωφέλεια κλιμακώνεται ανάλογα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, οδηγώντας σε βελτίωση της ισοτιμίας που φτάνει έως και το 50% για τις πιο ευάλωτες κατηγορίες, ενώ το επιτόκιο μπορεί να διαμορφωθεί ακόμη και στο 2,3% πλέον της εισφοράς του ν. 128/1975.
Η μετατροπή είναι οριστική και δεν επιτρέπεται επιστροφή στο ελβετικό φράγκο, ακόμη και αν μεταβληθεί η ισοτιμία στο μέλλον
Για όσους δεν εντάσσονται στις τρεις βασικές κατηγορίες, προβλέπεται ελάχιστη βελτίωση 15% και επιτόκιο 2,9%. Η διάρκεια του δανείου μπορεί να επιμηκυνθεί έως πέντε έτη, με ανώτατο όριο το 80ό έτος ηλικίας του δανειολήπτη.
Η μετατροπή είναι οριστική και δεν επιτρέπεται επιστροφή στο ελβετικό φράγκο, ακόμη και αν μεταβληθεί η ισοτιμία στο μέλλον. Παράλληλα, η ένταξη δεν καταγράφεται ως αρνητικό στοιχείο στον Τειρεσία, ενώ καταργούνται εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες.
Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, υπήρξαν δημοσιεύματα περί ενδεχόμενης ευρωπαϊκής εμπλοκής. Παράγοντες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών διευκρινίζουν ότι δεν διαπιστώθηκε καμία παράβαση της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ περί καταχρηστικών όρων. Η σχετική αναφορά που κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάστηκε από την Επιτροπή Αναφορών (PETI), αλλά, βάσει της προκαταρκτικής αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν στοιχειοθετήθηκε παράβαση του ενωσιακού δικαίου ούτε κινήθηκε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας.
Νόμος Κατσέλη: Η απόφαση του Άρειου Πάγου αλλάζει τα δεδομένα
Η δεύτερη πληγή αφορά τις υποθέσεις του νόμου Κατσέλη. Ο νόμος λειτούργησε ως δίχτυ προστασίας για την κύρια κατοικία χιλιάδων νοικοκυριών, αλλά η εφαρμογή του γέννησε πολυετή δικαστική αβεβαιότητα.
Το βασικό ερώτημα ήταν ο τρόπος υπολογισμού των τόκων. Η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρειου Πάγου έδωσε καθαρή απάντηση. Οι τόκοι υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Η διαφοροποίηση αυτή μειώνει ουσιαστικά τη συνολική επιβάρυνση και οδηγεί σε επανυπολογισμό δόσεων για εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες.
Εδώ, όμως, αρχίζει η δεύτερη ανάγνωση. Οι αναλυτές εκφράζουν προβληματισμό κυρίως για την πιθανή αναδρομική εφαρμογή της απόφασης. Παράλληλα, μεγάλο μέρος των «κόκκινων» δανείων έχει τιτλοποιηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής». Οποιαδήποτε μεταβολή στις ταμειακές ροές επηρεάζει αποτιμήσεις, επιχειρησιακά σχέδια και επενδυτικές προβλέψεις.
Το στοίχημα της οριστικής εξόδου από την κρίση
Η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την εποχή της μνημονιακής επιτήρησης. Το ζητούμενο όμως τώρα είναι να αποκατασταθούν οι στρεβλώσεις της κρίσης, να ανακουφιστούν τα νοικοκυριά και ταυτόχρονα να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Αν αυτή η ισορροπία επιτευχθεί, τότε πράγματι θα μπορούμε να πούμε ότι δύο από τις βαθύτερες πληγές του ιδιωτικού χρέους οδεύουν προς οριστικό κλείσιμο.