
Από τα 56 ειδησεογραφικά μέσα στην Ένωση Ανταποκριτών του Πενταγώνου, μόνο ένα συμφώνησε να υπογράψει την αποδοχή της νέας πολιτικής, σύμφωνα με την αγωγή των NYTimes.
Ομοσπονδιακός δικαστής μπλόκαρε την περιοριστική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, που αφορούσε στην πρόσβαση του Τύπου στο Πεντάγωνο δικαιώνοντας τους New York Times.
Με την εφαρμογή της ολιτικής αυτής του Ντόναλντ Τραμπ οι δημοσιογράφοι μπορούσαν να χαρακτηριστούν «κίνδυνος για την ασφάλεια» εάν αναζητούσαν πληροφορίες που δεν έχουν εγκριθεί για δημοσιοποίηση. Η αγωγή που κατέθεσε η New York Times στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Ουάσιγκτον ανέφερε ότι οι αλλαγές πολιτικής από το υπουργείο Πολέμου πέρυσι του έδωσαν το ελεύθερο να απαγορεύει την κάλυψη σε δημοσιογράφους και ειδησεογραφικά μέσα που δεν του είναι αρεστά, παραβιάζοντας τις συνταγματικές διατάξεις για την ελευθερία του λόγου και τη δίκαιη διαδικασία.
Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ισχυριζόταν ότι η πολιτική αυτή είναι λογική και αναγκαία για την προστασία του στρατού.
Οι αλλαγές που εγκρίθηκαν υπό τον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ τον Οκτώβριο του 2025 όριζαν πως οι δημοσιογράφοι μπορούν να θεωρηθούν «κίνδυνος» για την ασφάλεια και να ανακληθούν οι διαπιστεύσεις τους εάν παροτρύνουν μη εξουσιοδοτημένο στρατιωτικό προσωπικό να αποκαλύψει διαβαθμισμένες, και σε ορισμένες περιπτώσεις μη διαβαθμισμένες, πληροφορίες.
Από τα 56 ειδησεογραφικά μέσα στην Ένωση Ανταποκριτών του Πενταγώνου, μόνο ένα συμφώνησε να υπογράψει την αποδοχή της νέας πολιτικής, σύμφωνα με την αγωγή των Times. Οι δημοσιογράφοι που δεν υπέγραψαν παρέδωσαν τις διαπιστεύσεις τους.
Έτσι, το Πεντάγωνο συγκρότησε ένα νέο σώμα ανταποκριτών αποτελούμενο από ΜΜΕ και πρόσωπα φιλικά διακείμενα στον Τραμπ μετά την «έξοδο» των δημοσιογράφων, γεγονός που οι NY Times χαρακτήρισαν ως απόδειξη ότι η πολιτική στοχεύει στην καταστολή της μη κολακευτικής κάλυψης.
Σε εκκρεμότητα παραμένει μία ακόμα αγωγή, του Associated Press (AP) για την απομάκρυνσή του από το σώμα ανταποκριτών του Λευκού Οίκου. Ο λόγος ήταν ότι το πρακτορείο αποφάσισε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την καθιερωμένη ονομασία «Κόλπος του Μεξικού», αντί για «Κόλπος της Αμερικής», όπως τον μετονόμασε ο Τραμπ.