Τα παιδιά που τα λένε αλήτες είναι παντού γύρω μας – ίσως και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Αγριεμένα και βαθιά φοβισμένα, αντιδρούν ενίοτε βίαια σε έναν κακοφτιαγμένο ενήλικο κόσμο.
Υπάρχει μια ερώτηση που σχεδόν μοιάζει ταμπού. Και συνήθως ποτέ δεν απευθύνεται σε εκείνους που την έχουν περισσότερο ανάγκη. «Τι χρειάζεσαι» – μια ερώτηση τόσο απλή και τόσο καίρια που αν την απευθύναμε με ειλικρινές ενδιαφέρον στα παιδιά ίσως να μην πέφταμε τόσο συχνά από τα σύννεφα εμείς οι ενήλικες.
Πριν λίγες μέρες, όταν κατέληξε καθηγήτρια από εγκεφαλικό επεισόδιο, το περιβάλλον της κατήγγειλε ότι δεχόταν μπούλινγκ από τους μαθητές και οι γονείς απάντησαν με καταγγελίες για την δική της συμπεριφορά προς τα παιδιά. Για το θλιβερό αυτό περιστατικό διεξάγεται έρευνα, αυτό που μοιάζει να μην διεξάγεται στα σίγουρα ωστόσο είναι μια ψύχραιμη συζήτηση για τα ίδια τα παιδιά γενικότερα, τις ανάγκες τους, τις υποχρεώσεις όλων μας ως ενήλικες απέναντί τους. Και για το σύστημα φροντίδας των παιδιών, των γονιών και των οικογενειών, που χρειαζόμαστε χτες.
Η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα δεν εστιάζει σε όσα λείπουν από τα σχολειά, τις οικογένειες, τους εκπαιδευτικούς και την κοινωνία, αλλά – όλο και πιο συχνά, όλο και πιο επιτακτικά – μοιάζει να νοσταλγεί σχεδόν την μαύρη παιδαγωγική, προβάλλοντας ως πανάκεια την αυστηροποίηση των πλαισιών για τους μαθητές, την αυστηροποίηση της νομοθεσίας για τους ανήλικους παραβάτες. Πέρα από το συγκεκριμένο περιστατικό και τις συνθήκες που οδήγησαν στην απώλεια της εκπαιδευτικού, αναζητάμε σήμερα τι είναι αυτό που έχουν ανάγκη τα παιδιά, τι είναι αυτό που τους λείπει ώστε να νιώθουν ασφαλή, ήρεμα, δημιουργικά και χαρούμενα. Και, δυστυχώς, αυτά που λείπουν είναι πολλά.
Η Μαρίλια τελείωσε το σχολείο πριν από λίγους μήνες – σήμερα είναι πρωτοετής φοιτήτρια στο τμήμα βιοϊατρικών επιστημών του ΠΑΔΑ. Ήταν μέχρι πρόσφατα μια από τους Εφήβους Συμβούλους του Συνηγόρου του Πολίτη, μιας ομάδας που διαβουλεύεται με την Ανεξάρτητη Αρχή ώστε να ακούγεται η φωνή και η άποψη των παιδιών. «Η συζήτηση για την αυστηροποίηση του σχολείου πρέπει να γίνει με προσοχή και χωρίς απλουστεύσεις. Προφανώς πρέπει να υπάρχουν κανόνες, όλοι μαθητές και διδάσκοντες, πρέπει να προστατεύονται. Αν τα παιδιά απλώς τιμωρούνται και δεν νιώθουν ασφάλεια, δεν υπάρχει επικοινωνία, δεν υπάρχει έρευνα στο τι έκανε επιθετικά, δεν λύνεται κάποιο πρόβλημα. Υπάρχουν παιδιά που αλληλογρονθοκοπούνται, αλληλομαχαιρώνονται, αλλά δεν είναι η αυστηροποίηση του πλαισίου που θα λύσει το όποιο πρόβλημα ή θα φέρει κάποια εξέλιξη. Εγώ πήγαινα σε ένα σχολείο που το μπούλινγκ είναι πολύ συχνό.
«Η βιαιότητα στη γενιά μας είναι μεγαλύτερη, έχουν αλλάξει οι αρχές κι οι αξίες, τα σόσιαλ επηρρεάζουν, αλλά κι οι γονείς μας δεν ασχολούνται τόσο με την ανατροφή των παιδιών. Στο σχολείο μου υπήρχε φόβος, στο πανεπιστήμιο όχι τόσο συχνά. Αλλά όλη η κοινωνία είναι πιο θυμωμένη και πιο βίαιη, το βλέπουμε αυτό στις γυναικοκτονίες. Φταίει η φτώχεια; Φταίνε οι γρήγοροι ρυθμοί;»
Ο οσελότος είναι μια πανέμορφη αγριόγατα που ζει μοναχικά σε μαγκρόβια και τροπικά δάση, παράκτιους βάλτους και λιβάδια στη σαβάνα, θαμνότοπους με αγκαθωτά φυτά. «Οσελότος» ονομάζεται και μια ειδική μονάδα ψυχοκοινωνικής παρέμβασης, που δημιουργήθηκε το 2018 κι έκτοτε έχει στηρίξει 600 νέους ανθρώπους. Η Φανή Πασσιά είναι κοινωνιολόγος και μοιράζεται με τον παιδοψυχίατρο Κωνσταντίνο Μπόλια την επιστημονική ευθύνη της 30μελούς διεπιστημονικής ομάδας, που απευθύνεται σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο να αναπτύξουν αποκλίνουσα ή παραβατική συμπεριφορά ή έχουν εμπλοκή με τον νόμο κι έχουν μια διαταραχή ή συναισθηματικού τύπου δυσκολία.
«Η αποκλίνουσα συμπεριφορά ενός εφήβου έχει πολυπαραγοντικά αίτια και πρέπει να διερευνηθούν όλοι οι παράγοντες», μας λέξει η κα Πασσιά εξηγώντας πως σε ένα βαθμό η επιθετικότητα είναι εντός του αναπτυξιακού πλαισίου ενός παιδιού. Τι έχει λοιπόν αλλάξει ανάμεσα στην εικόνα των παιδιών που έπαιζαν πόλεμο και ξύλο στις γειτονιές όταν εμείς ήμασταν πιτσιρίκια και σε όσα συμβαίνουν σήμερα; «Σήμερα τα παιδιά έχουν γίνει πιο ανθεκτικά στη θέα της βίας – ειδικά τον τελευταίο χρόνο. Φαίνεται πως τώρα – επειδή τα παιδιά βιντεοσκοπούν- κάποια νιώθουν πως γίνονται ‘’ήρωες’’ και τα υπόλοιπα, οι αυτόπτες μάρτυρες μπορεί να δουν πιο βίαια περιστατικά και να μην αντιδράσουν. Αυτό μπορεί να οφείλεται και στο ότι τραυματίζονται εκείνη τη στιγμή και παγώνουν».
Μεγαλώνοντας σε έναν κόσμο που η βία έχει γενικευθεί απολύτως – από τις αλλεπάλληλες κρίσεις μέχρι τους πολέμους σε απευθείας σύνδεση – τα παιδιά είναι παντού και διαρκώς εκτεθειμένα στην αγριότητα. «Δεν γεννήθηκαν ξαφνικά παιδιά εγκληματίες», λέει η κα Πασσιά μιλώντας τόσο για το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν, αλλά και τον τρόπο που (δεν) κοινωνικοποιούνται. «Δεν θα δαιμονοποιήσουμε τον ψηφιακό κόσμο, ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε ότι τα παιδιά όλο και λιγότερο ζουν και παίζουν στον έξω κόσμο. Δεν είναι το ίδιο να ανοίγεις ένα κεφάλι επί της οθόνης και να συγκρούεσαι στον πραγματικό κόσμο – ποιος το μαθαίνει αυτό στα παιδιά; Μπορούν να παίζουν όσο θέλουν τα ψηφιακά τους παιχνίδια αρκεί να υπάρχει κι ένας ενήλικας δίπλα τους. Αλλά πόσο συμβαίνει αυτό;»
Πανταχόθεν βαλλόμενα παιδιά
Η κα Πασσιά μιλά για μια πανταχόθεν βαλλόμενη οικογένεια από τις ραγδαίες αλλαγές στον τρόπο ζωής μέχρι τις μεταμορφώσεις της ελληνικής κοινωνίας, που από την ανοιχτή οικογένεια πέρασε στην απολύτως πυρηνική. «Παλιότερα αν κάπου οι γονείς δεν τα κατάφερναν, ζητούσαν βοήθεια από συγγενείς ή φίλους. Αυτό πια δεν συμβαίνει. Τι ευθύνες να ζητήσουμε από την οικογένεια; Κι εκείνη χρειάζεται πλαισίωση, όπως και το σχολείο.
»Όλοι οι θεσμοί έχουν πλέον αποδυναμωθεί και οι έφηβοι έχουν ανάγκη από θεσμούς και κρατήματα, τα οποία δεν υπάρχουν πια. Η αναπτυξιακή φάση του εφήβου είναι να σπάει κανόνες, όταν δεν υπάρχουν τι μπορεί να κάνει; Και πως μεγαλώνει όταν έννοιες και αξίες όπως φιλία ή ενσυναίσθηση δεν διδάσκονται; Έχουμε επισκεφθεί 35 σχολεία κι είδαμε ότι οι εκπαιδευτικοί είχαν ανάγκη να ακουμπήσουν κάπου το άγχος, τους προβληματισμούς τους. Και οι γονείς είχαν ανάγκη να βοηθήσουν τους καθηγητές. Και οι δυο πλευρές θέλουν την συνεργασία. Η σχολική κοινότητα χρειάζεται επικοινωνία».
Ένα μόνιμο επιχείρημα που ακούμε είναι πως τα σχολεία ενισχύονται με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, άρα τα προβλήματα αντιμετωπίζονται. Είναι όμως έτσι ακριβώς Η Τριανταφυλλιά Αθανασίου είναι η Πρόεδρος του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών – αυτών που πριν λίγες μέρες για πολλοστή φορά κινητοποιήθηκε ζητώντας ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, δηλαδή των υπηρεσιών που φροντίζουν όλους μας – και τα παιδιά μας.
«Στην Ελλάδα σήμερα έχουμε ένα μαθητικό πληθυσμό περίπου 1.300.000 παιδιών», αναφέρει η Αθανασίου. «Οι μόνιμοι κοινωνικοί λειτουργοί σε όλους τους τύπους σχολείων είναι 890 και 1.300 είναι αναπληρωτές. Παρότι φέτος έγιναν 300 προσλήψεις κι έχουν δημιουργηθεί 800 θέσεις που σταδιακά θα πληρώνονται, δεν μπορούμε εύκολα να αλλάξουμε την σημερινή αναλογία που είναι ένας κοινωνικός λειτουργός ανά πέντε σχολεία ή ένας ανά 650 παιδιά. Οι προδιαγραφές είναι ένας ανά 200 μαθητές. Στους δήμους δε, σε 92 δεν υπάρχει καν κοινωνικός λειτουργός, σε επίπεδα δε επικράτειας η αναλογία είναι ένας ανά 42.000 κατοίκους, όταν θα έπρεπε να είναι ένας ανά 2.500 κατοίκους.
»Σαν χώρα δεν έχουμε μάθει να επενδύουμε στο σύστημα κοινωνικής φροντίδας ώστε να μας δώσει αποτελέσματα στο μέλλον. Σε άλλες χώρες – στην Σκανδιναβία ή την Γερμανία -όταν κάποιος φέρνει στον κόσμο ένα παιδί υποστηρίζεται από την πρώτη μέρα στον γονεϊκό του ρόλο. Σκεφτείτε λοιπόν μια οικογένεια με πολλά προβλήματα, που πρέπει συνήθως να φροντίζει έναν ηλικιωμένο και να μεγαλώνει ταυτόχρονα παιδιά – δεν έχει χρόνο και πιέζεται τόσο που δεν μπορεί να φροντίσει τις ανάγκες του παιδιού της. Η έκρηξη των εφήβων είναι ένα φαινόμενο που έχει αιτιάσεις, τις γνωρίζουμε, τις μελετάμε, αλλά δεν κάνουμε κάτι για αυτό».
Προς ένα δημοκρατικό σχολείο
Με το κοινωνικό κράτος να βάλλεται συνεχώς, χωρίς ενιαία πλαίσια κοινωνικής φροντίδας, με ένα σύστημα κατακερματισμένο, υποχρηματοδοτούμενο και υποστελεχωμένο, μοιάζει μονόδρομος ο αβαθής μονόλογος περί αυστηροποίησης των πλαισίων όπου λειτουργούν τα παιδιά. «Δεν είναι η σιδηρά πειθαρχία που βοηθά», τονίζει η Φανή Πασσιά. «Παλιά φοβόμασταν στο σχολείο, δεν πειθαρχούσαμε γιατί είχαμε συνείδηση. Αυτό που χρειάζεται είναι κανόνες και όχι ποινές. Όσο πιο αυστηρές ποινές έχουμε, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανομία. Αν το σχολείο δεν μπορεί να εφαρμόσει τους κανόνες, βάζει ποινές. Πουθενά δεν βοήθησε η αυστηροποίηση των μέτρων ή των νόμων».
«Το σχολείο θα ήταν πολύ καλύτερο αν νιώσουν οι μαθητές ότι αντιμετωπίζονται με σεβασμό», λέει η Μαρίλια. «Χρειαζόμαστε ένα σχολείο όπου μαθητές και καθηγητές θα έχουν μεγαλύτερους δεσμούς, θα συζητούν. Και νομίζω ότι χρειάζεται σταθερά ένας ψυχολόγος που δεν θα αλλάζει κάθε χρόνο, ούτε θα έρχεται μια φορά την εβδομάδα. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να μην εστιάζει μόνο στα μαθήματα, στο λύκειο ας πούμε επί τρία χρόνια είμαστε σε μια κούρσα για τις πανελλήνιες. Χρειαζόμαστε να εκπαιδευόμαστε και συναισθηματικά».
Τα παιδιά μιλούν, ωστόσο εμείς δεν ακούμε. Αντιθέτως, στήνουμε με ευκολία λαϊκά δικαστήρια για τους ανήλικους που ξεφεύγουν και τις οικογένειές τους, ξορκίζοντας το οικείο κακό που πάντα συμβαίνει σε άλλους και ποτέ σε εμάς. Και ζητώντας ακόμα σκληρότερη μεταχείριση για τα αγριεμένα παιδιά που επιβιώνουν στην κοινωνική ζούγκλα που εμείς οι ενήλικες κατασκευάσαμε.
«Πλέον πολλά παιδιά μπορούν να βρεθούν στο κρατητήριο ή στη φυλακή πολύ πιο εύκολα από ό,τι παλιότερα», αναφέρει η Πασσιά. «Δυστυχώς, όταν περνούν τέτοιες πόρτες είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψουν πίσω. Χρειάζεται να δούμε και να φροντίσουμε τα παιδιά από το νηπιαγωγείο, να υποστηρίξουμε την οικογένεια και το σχολείο. Χρειαζόμαστε ένα δημοκρατικό σχολείο με παιδεία και εκπαίδευση όλων στους κανόνες και τη λειτουργία του Αυτή τη στιγμή στιγματίζονται όλοι – και οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς και τα παιδιά. Ούτε η διαπόμπευση του θύτη, ούτε ο συνεχής επανατραυματισμός του θύματος βοηθούν».