
Μπορεί ο Διονύσης Χαριτόπουλος να «έφυγε» στα 79 του, όμως η σκέψη του, οι απόψεις του, η πνευματική του υπόσταση θα υπάρχει για πάντα μέσα από τα βιβλία του. Ο Πειραιάς, ο τόπος γέννησής του, κατοικούσε μέσα του. Μαζί με όλα τα βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας που καθορίζουν όλους μας.
Αυτή η επίδραση υπάρχει μέσα σε όλα του τα βιβλία, αλλά και στις συνεντεύξεις. Αυτός είναι λοιπόν ο Διονύσης Χαριτόπουλος, του οποίου η εφηβεία διήρκεσε μέχρι το τέλος!
«Μόνο μη με γράψετε “λογοτέχνη”, έτσι λέγαμε κάτι συνταξιούχους γυμνασιάρχες που έγραφαν πατριωτικά ποιήματα».
Το Βήμα
«Τρέχω ένα πρωινό στην προκυμαία να προλάβω το σχολείο και τρακάρω πάνω σ’ έναν άντρα. Γυρνάω να ζητήσω συγγνώμη και βλέπω τον Πολ Νιούμαν να μου χαμογελάει. Είχε μόλις κατέβει από ένα κρουαζιερόπλοιο, νομίζω το “Σαν Λορέντζο” και με τα χέρια μάγκικα στις πίσω τσέπες του μπλουτζίν του χάζευε τον κόσμο. Στο Λιμάνι, κάθε λεπτό κάτι γίνεται. Είναι γνωστό πως ο Καραγάτσης κατέβαινε από την Αθήνα τα πρωινά στα καφενεία της ακτής Μιαούλη να συλλέξει ιστορίες για τα βιβλία του. Και ο Τσιφόρος το ίδιο, μόνο που οι μάγκες είναι πολύ σοβαροί άνθρωποι κι όχι καρικατούρες, προφανώς τούς μπέρδεψε με τα κουτσαβάκια».
News24 Magazine, Κώστας Μανιάτης
«Γύρω από το βόρειο λιμάνι, ήταν το Μάντσεστερ της Ανατολής, ήταν όλο το προλεταριάτο. Κεράνης, Παπαστράτος, Μεταξάς, Δηλαβέρης, Μαλικότσης. Δούλευα σε μηχανουργεία, χυτήρια και φορτοεκφορτώσεις. Μέχρι τότε δεν ήθελα να γίνω τίποτε. Ωσπου διαβάζω κάτι. Ενα κορίτσι από την Τρούμπα μού δίνει ένα βιβλίο που είχε ξεχάσει ένας ναυτικός. Την “Γέφυρα των στεναγμών”. Παθαίνω πλάκα. Αρχίζω να αγοράζω βιβλία και από τότε τρώω την ένεση να γράψω κι εγώ».
Συνέντευξη στον Δημήτρη Μανιάτη
«Δεν ήξερε κανείς ότι διάβαζα. Τι να έλεγα στη συμμορία; Πάντως από 12-13 χρονών ήθελα να γίνω συγγραφέας. Τότε πιάνανε στεριά οι ναυτικοί και, μέχρι να ξαναμπαρκάρουνε, νοικιάζανε κάτι καμαράκια της συμφοράς στις αυλές. Μέσα σ’ ένα τέτοιο δωμάτιο ξέχασε κάποιος ένα χοντρό βιβλίο, ήταν “Η γέφυρα των στεναγμών” του Μιχαήλ Ζεβακό που πιθανότατα του το είχε δώσει κάποια γκόμενα. Το διάβασα και τρελάθηκα. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950».
Το Βήμα
«Δώδεκα ετών πάω Τρούμπα, στην πιο ένδοξη της περίοδο. Μπαρμπουτιέρες, σπίτια αλλά και κρυφά σπίτια όχι μόνον στην Τρούμπα. Υπήρχαν παντού σε Πασαλιμάνι, Φάληρο. Η Τρούμπα τότε είναι ένα πανηγύρι. Για μένα ήταν ένα λούνα παρκ, με γούσταραν τα κορίτσια, έκανα παρέα μαζί τους, πέρναγα ζάχαρη, ήξερα τις τσατσάδες, τους πορτιέρηδες και τους μπράβους στα καμπαρέ, κυκλοφορούσα με την άνεση που βγαίνεις στην αυλή σου. Υπήρχε και κρυφό σπίτι μόνον με αγόρια, πήγαιναν όσοι ήξεραν».
Συνέντευξη στον Δημήτρη Μανιάτη
«Ο Πειραιάς, ξέρετε, υπήρξε μια πολύ άγρια υπόθεση. Στις αρχές του 20ού αιώνα όλοι κοιμόντουσαν μ’ ένα πιστόλι κάτω απ’ το μαξιλάρι. Η αστυνομία μέτραγε 30 πυροβολισμούς ανά πεντάλεπτο. Αλλά και αργότερα, στη δική μου την εποχή, κάπως έτσι ήταν. Αυτοκτονούσαν κορίτσια λ.χ. επειδή δεν αντέχανε την όλη ιστορία. Κι από την άλλη ήταν οι ξένοι, οι τυχοδιώκτες, τα ρεμάλια. Όλοι εκεί μαζευόντουσαν. Το λιμάνι είχε το κεχρί, το χρήμα».
Το Βήμα
«Η χοντρή εμπειρία σπανίζει πλέον. Εγώ, βέβαια, είμαι της εμπειρίας. Επεσα όμως με τα μούτρα στην ανάγνωση και στον κινηματογράφο. Μεγάλο σχολείο ο κινηματογράφος. Μας άνοιξε τα μάτια. Όταν είδαμε το “Επαναστάτης χωρίς αιτία” με τον Τζέιμς Ντιν, βγήκαμε από την αίθουσα με τους γιακάδες σηκωμένους. Το “Aμαρκόρντ” του Φελίνι, ας πούμε, δεν έγινε σημείο αναφοράς μόνο για τους κινηματογραφιστές, έγινε και για εμένα. Με μάγεψε γιατί, βλέποντάς το, κατάλαβα ότι η εφηβεία σε προσδιορίζει, ότι δεν είναι για πέταμα».
Το Βήμα
«Κακά τα ψέματα, πριν, στα 40 και στα 50, είσαι ακόμα μέσα στη φούρια της ζωής, αν κοιτάξεις πίσω, το έχασες το παιχνίδι. Μετά τα 60 έρχεται η ηρεμία, όλα καταλαγιάζουν. Το γράψιμο συνέβαλε τρομακτικά στην αυτογνωσία μου αλλά και στη γνώση του κόσμου, όταν βάζεις τα πράγματα στο χαρτί τα καταλαβαίνεις καλύτερα».
Το Βήμα
«Άλλαξα αρκετά. Πρώτα δεν κουβέντιαζα. Δηλαδή αν διαφωνούσαμε, ήμουνα έτσι ντρεσαρισμένος που η πρώτη μου σκέψη ήταν να πλακωθώ. Τώρα έχω μια μετριοπάθεια. Αναγνωρίζω πλέον ότι υπάρχουν κι άλλες απόψεις, αναγνωρίζω και το δίκιο του άλλου. Ο βασικός μου πυρήνας, ωστόσο, παραμένει ίδιος: θα επανέλθω στην αυτοδικία αν πειράξεις έναν δικό μου, το παιδί μου ή τη γυναίκα μου, δεν κρατιέμαι δηλαδή να πάω ως το τμήμα να σε καταγγείλω».
Το Βήμα
«Για μένα Αριστερά σημαίνει ανιδιοτέλεια. Με τόσες παγωμένες ψυχές γύρω μας στο κυνήγι του προσωπικού οφέλους, η Αριστερά έγινε υπόθεση λίγων ευγενών ανθρώπων. Ποτέ δεν έχαψα τις αριστερές ταμπέλες κομμάτων που ανεβοκατεβαίνουν με νέο όνομα και «υπό νέα διεύθυνση». Τις λίγες φορές που ψήφισα, ήταν ευκτικά ΚΚΕ. Όχι γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που μπορεί να γίνει: δύναμη των αδύναμων».
Εφ.Συν.
«Τότε η λύση για τους φτωχούς ήταν να μπαρκάρουν. Εκτός των καλών μισθών, στα βαπόρια σε σύγκριση με εμάς, ζούσαν σαν προύχοντες. Είχα ένα φιλαράκι στο Δημοτικό που ο μεγάλος του ξάδερφος ήταν ναυτικός κι είχε υπηρεσία βατσιμάνη (φύλακα) στο βαπόρι του που μόλις είχε δέσει στον Πειραιά. Πήγαμε δύο αλητάκοι μες στη νύχτα για να πάρουμε στη ζούλα ένα σκοινί που είχε ξαφρίσει για τον πατέρα του φίλου μου. Ο ξάδερφος μας πήγε στην κουζίνα. Ο Παράδεισος φαγητών και γλυκών, πολλά δεν τα είχα ξαναδεί. Φάγαμε όσα γλυκά μπορέσαμε, έδωσε στον καθένα κάμποσα πακέτα τσιγάρα αμερικάνικα, το σκοινί σε κουλούρα κι ένα ψητό κοτόπουλο στον φίλο μου για το σπίτι κι εμένα ένα μπουκάλι ουίσκι. Τι να το κάνω δέκα χρονών; Στο σπίτι μου δεν μπορούσα να το πάω, το χάρισα σ’ ένα μπεκρή τής γειτονιάς και μόλις ήπιε μια γουλιά το πέταξε αηδιασμένος. Ήταν ακόμη άγνωστο, ξένιζε τους πότες».
News24 Magazine, Κώστας Μανιάτης
«(Επαναστατική πράξη είναι) Μία και µόνη, σε όλους τους καιρούς: Να πατάς στα πόδια σου και να βαδίζεις µόνος σου, χωρίς ξένα δεκανίκια. Ένα µεγάλο σου στήριγµα µπορεί να είναι το διάβασµα».
Έθνος, Γιώργος Βαϊλάκης
«Αν κάποιος είναι τόσο στόκος να διαλέγει βιβλία με ποδοσφαιρικά κριτήρια, δεν με αφορά. Και υπ’ όψιν, δεν είμαι Ολυμπιακός, είμαι γαύρος».
News24 Magazine, Κώστας Μανιάτης
«Σήµερα είναι εύκολο να ονοµάζεσαι συγγραφέας. Και πολύ δύσκολο να είσαι».
Έθνος, Γιώργος Βαϊλάκης