Θεσσαλονίκη: Kάθειρξη 12,5 ετών σε 70χρονο πρώην αρχιμανδρίτη



Ο πρώην αρχιμανδρίτης και ο συνεργός του φαίνεται να απέσπασαν από τους πιστούς πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ.

Σε πολυετείς ποινές κάθειρξης οδηγήθηκαν οι δύο βασικοί εμπλεκόμενοι σε υπόθεση απάτης που αποκαλύφθηκε έπειτα από καταγγελίες πιστών, με επίκεντρο τον Ιερός Ναός Κυρίλλου και Μεθοδίου. Σύμφωνα με την απόφαση του Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, επιβλήθηκε συνολική κάθειρξη 12,5 ετών τόσο στον 70χρονο πρώην αρχιμανδρίτη όσο και στον 63χρονο συνεργό του, επίσης πρώην ιερέα.


Οι δύο άνδρες κρίθηκαν ένοχοι, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών, για απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και σύσταση συμμορίας, ενώ κατά περίπτωση αντιμετώπισαν και κατηγορίες για πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων. Παράλληλα, το δικαστήριο επέβαλε στον καθένα χρηματική ποινή 20.000 ευρώ.

Ο πρώην αρχιμανδρίτης παραμένει στη φυλακή, ενώ για τον συγκατηγορούμενό του αποφασίστηκε η αναστολή εκτέλεσης της ποινής λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας. Ο τελευταίος αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους, που περιλαμβάνουν τακτική παρουσία σε αστυνομικό τμήμα και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Με την ίδια απόφαση αθωώθηκαν δύο ακόμη κατηγορούμενοι, ηλικίας 53 και 36 ετών.




Το «σχέδιο» εξαπάτησης και τα πλαστά έγγραφα

Η υπόθεση ερευνήθηκε από τις Αρχές μετά από αναφορές θυμάτων, τα οποία είχαν πειστεί ότι ο αρχιμανδρίτης βρισκόταν κοντά στην εκλογή του ως Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, σε περίπτωση που χήρευε η θέση του μακαριστού Άνθιμου. Με αυτό το αφήγημα, οι κατηγορούμενοι φέρονται να ζητούσαν οικονομική ενίσχυση για την υποτιθέμενη «προώθηση» της εκλογής.


Για να ενισχύσουν την αξιοπιστία τους, συνέτασσαν ή διακινούσαν πλαστές επιστολές που έφεραν σφραγίδες θεσμών, όπως η Αρχιεπισκοπή Αθηνών, η Προεδρία της Δημοκρατίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ακόμη και ευρωπαϊκοί φορείς. Μέσα από αυτή τη μεθοδική προσέγγιση κατάφεραν να αποσπάσουν ποσά που ξεπερνούν το 1,5 εκατ. ευρώ.


Καταθέτοντας στο δικαστήριο, ένας από τους μηνυτές περιέγραψε πώς καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι η εκλογή ήταν θέμα χρόνου και ότι απαιτούνταν οικονομική στήριξη «παρασκηνιακών ενεργειών». Όπως ανέφερε, υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι τα χρήματα θα επιστρέφονταν μετά την εκλογή, ενώ ο ίδιος οδηγήθηκε σταδιακά σε διαδοχικές καταβολές, μέχρι που άρχισε να αμφιβάλλει και να αναζητά πληροφορίες ακόμη και σε εκκλησιαστικούς κύκλους εκτός Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, ως επιπλέον κίνητρο προβαλλόταν η προοπτική ανάληψης θέσεων ευθύνης στη διοίκηση της Μητρόπολης, ενώ τα πλαστά έγγραφα λειτουργούσαν ως «απόδειξη ισχύος» των εμπλεκομένων.


Ο πρώην αρχιμανδρίτης δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο, επιλέγοντας να γνωστοποιήσει τη θέση του μέσω επιστολής από τη φυλακή. Από την πλευρά του, ο συγκατηγορούμενος πρώην ιερέας υποστήριξε ότι ενεπλάκη σταδιακά, έπειτα από παρότρυνση του αρχιμανδρίτη, τον οποίο –όπως είπε– θεωρούσε πνευματικό του καθοδηγητή.

Στην απολογία του περιέγραψε τον εαυτό του ως ενδιάμεσο διαχειριστή, αρνούμενος ότι είχε ενεργό ρόλο στη συγκέντρωση χρημάτων. Όπως ανέφερε, διευκόλυνε κυρίως μέσω τραπεζικών συναλλαγών και εκ των υστέρων αντιλήφθηκε τη διάσταση της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι τα χρήματα μετατρέπονταν συχνά σε ακριβά δώρα για πρόσωπα που –κατά την αντίληψή του– είχαν επιρροή στην εκλογική διαδικασία.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι συνέχισε να εμπλέκεται λόγω προσωπικής ευγνωμοσύνης προς τον αρχιμανδρίτη, ο οποίος, όπως είπε, τον είχε στηρίξει σε δύσκολη περίοδο της ζωής του, ενώ ισχυρίστηκε ότι καθησυχάστηκε όταν ξέσπασε η υπόθεση, πιστεύοντας ότι όλα θα εξελιχθούν ομαλά.




Source link

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

Μην το χάσετε