«Το κύριο πρόβλημα για τη δημοκρατία στη χώρα μας, είναι ότι δεν έχουμε επαρκή αντίβαρα εξουσίας απέναντι σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα», υπογράμμισε ο Χρ. Ράμμος.
Την ανάγκη ριζικών αλλαγών στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με συνταγματική αναθεώρηση που θα τερματίσει την καθοριστική εμπλοκή της κυβέρνησης, υπογράμμισε ο Χρήστος Ράμμος, επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρώην πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), κατά τη διάρκεια συζήτησης με θέμα «Κρίση του κράτους δικαίου: Διδάγματα και προτάσεις», που πραγματοποιήθηκε στο Eteron.
Ο Χρήστος Ράμμος περιέγραψε ένα σύστημα στο οποίο η εκτελεστική εξουσία έχει αποκτήσει υπέρμετρη ισχύ, ενώ οι θεσμοί που προβλέπονται για τον έλεγχό της αδυνατούν, όπως υποστήριξε, να λειτουργήσουν αποτελεσματικά.
«Το κύριο πρόβλημα για το κράτος δικαίου, άρα και για τη δημοκρατία στη χώρα μας, είναι το γεγονός ότι δεν έχουμε επαρκή αντίβαρα εξουσίας απέναντι σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα», ανέφερε.
Κατά τον ίδιο, η κυβερνητική εξουσία ελέγχει τη νομοθετική λειτουργία μέσω της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ενώ ασκεί σημαντική επιρροή στη Δικαιοσύνη μέσω της διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
«Το χειρότερο πρόβλημα είναι η έλλειψη ανεξαρτησίας στην κορυφή», τόνισε, διευκρινίζοντας ότι οι μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης, αν και εξαιρετικά σοβαρές, δεν αποτελούν τη μοναδική παθογένεια.
Επικαλέστηκε μάλιστα μετρήσεις σύμφωνα με τις οποίες περισσότεροι από επτά στους δέκα πολίτες δεν εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη, χαρακτηρίζοντας αυτή την εξέλιξη «νάρκη στα θεμέλια της οργανωμένης κοινωνίας».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην υπόθεση των υποκλοπών, ασκώντας έντονη κριτική στους χειρισμούς της εισαγγελικής και δικαστικής ηγεσίας. Υποστήριξε ότι υπήρξαν προσπάθειες παρεμπόδισης των ελέγχων της ΑΔΑΕ, καθώς και προειδοποιήσεις προς τα μέλη της για ενδεχόμενες ποινικές συνέπειες από τη συνέχιση των ερευνών τους.
Ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ συνέδεσε τις εξελίξεις αυτές με μια ευρύτερη θεσμική δυσλειτουργία, επισημαίνοντας ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να μπορεί να ερευνά σε βάθος υποθέσεις που εμπλέκουν πολιτικά και οικονομικά ισχυρά πρόσωπα.
Πρόταση για αλλαγή στον τρόπο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας
Ο Χρήστος Ράμμος πρότεινε να καταργηθεί το σημερινό σύστημα επιλογής των προέδρων και αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Αντί αυτού, εισηγήθηκε μια διαδικασία στην οποία οι ολομέλειες των δικαστηρίων θα προεπιλέγουν υποψηφίους και η τελική επιλογή θα πραγματοποιείται από κοινοβουλευτική επιτροπή, κατά προτίμηση την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, με δημόσιες διαδικασίες και αιτιολογημένες αποφάσεις.
Παράλληλα, ζήτησε αλλαγές στην εκπαίδευση και την επιλογή των δικαστών, υποστηρίζοντας ότι η νομική κατάρτιση πρέπει να συνοδεύεται από κοινωνική εμπειρία και κριτική σκέψη.
Έφερε ως παράδειγμα το αγγλοσαξονικό σύστημα, όπου δικαστές επιλέγονται μεταξύ έμπειρων δικηγόρων, επισημαίνοντας ότι η γνώση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι απαραίτητη για την ουσιαστική απονομή της Δικαιοσύνης.
Κατερίνα Παπανικολάου: Σοβαρά κενά στον έλεγχο των παρακολουθήσεων
Στις αδυναμίες λειτουργίας της ΑΔΑΕ αναφέρθηκε η δικηγόρος και πρώην μέλος της Αρχής, Κατερίνα Παπανικολάου, επισημαίνοντας ότι η υπόθεση των υποκλοπών ανέδειξε σημαντικά προβλήματα στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών.
Όπως εξήγησε, παρά τις συνταγματικές αρμοδιότητες της Αρχής, εξακολουθεί να μην λειτουργεί ολοκληρωμένο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρισης και επεξεργασίας των διατάξεων άρσης απορρήτου.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ουσιαστική στατιστική και ποιοτική επεξεργασία των στοιχείων, αλλά και να δυσχεραίνεται ο έλεγχος νομιμότητας.
Επικαλέστηκε στοιχεία από τις ετήσιες εκθέσεις της ΑΔΑΕ, σύμφωνα με τα οποία διαβιβάστηκαν στην Αρχή ακόμη και βουλεύματα προηγούμενων ετών, παρά την υποχρέωση αμελλητί διαβίβασής τους.
Η ίδια έθεσε το ερώτημα κατά πόσο οι θεσμοί αξιοποίησαν τα διδάγματα της υπόθεσης των υποκλοπών ώστε να αποτραπούν αντίστοιχες παραβιάσεις στο μέλλον.
Λευτέρης Παπαγιαννάκης: Οι επαναπροωθήσεις και η επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου
Στην κατάσταση του κράτους δικαίου στα ελληνικά σύνορα επικεντρώθηκε ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και διευθυντής του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, Λευτέρης Παπαγιαννάκης.
Αναφέρθηκε στην καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για υπόθεση επαναπροώθησης, τονίζοντας ότι πλέον υπάρχουν δικαστικά διαπιστωμένες παραβιάσεις και όχι μόνο καταγγελίες.
Κατηγόρησε την πολιτική εξουσία ότι επικαλείται επιλεκτικά το διεθνές δίκαιο, ενώ παράλληλα απαξιώνει οργανώσεις και πρόσωπα που καταγγέλλουν παραβιάσεις δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διαφορετική αντιμετώπιση των προσφύγων από την Ουκρανία το 2022 σε σύγκριση με την προσφυγική κρίση του 2015, συνδέοντας αυτή τη διαφοροποίηση με βαθύτερες διακρίσεις και ρατσιστικές αντιλήψεις.
Παύλος Ελευθεριάδης: Υπερσυγκέντρωση εξουσίας και αδύναμοι ελεγκτικοί μηχανισμοί
Την ανάγκη αντιμετώπισης των δομικών προβλημάτων της ελληνικής διοίκησης ανέδειξε ο καθηγητής Νομικής Παύλος Ελευθεριάδης.
Υποστήριξε ότι η κρίση της Δικαιοσύνης, η κατάσταση των μέσων ενημέρωσης και τα φαινόμενα διαφθοράς αποτελούν εκφάνσεις ενός ευρύτερου συστήματος υπερσυγκέντρωσης εξουσίας.
Ειδικότερα, επέκρινε τον μεγάλο αριθμό μετακλητών συνεργατών στα υπουργεία, θεωρώντας ότι υπονομεύει τη διοικητική συνέχεια, τη θεσμική μνήμη και τη διαφάνεια.
Αναφέρθηκε επίσης στη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης σε ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη συμβολή της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας στην αποκάλυψη σημαντικών υποθέσεων.
Κωνσταντίνα Γεωργάκη: Η διαφάνεια απαιτεί πραγματική ανεξαρτησία
Στα προβλήματα των ελεγκτικών μηχανισμών επικεντρώθηκε η επίκουρη καθηγήτρια του ΑΠΘ Κωνσταντίνα Γεωργάκη.
Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, υποστήριξε ότι η ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου δεν αρκεί χωρίς επαρκή στελέχωση, θεσμική ανεξαρτησία και αποτελεσματική λογοδοσία.
Επισήμανε ότι περίπου το 25% των οργανικών θέσεων της Αρχής παραμένει κενό, ενώ έθεσε ερωτήματα για τις αλλαγές στα κριτήρια επιλογής της διοίκησής της και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων ήταν η ανάγκη ενίσχυσης των θεσμικών αντιβάρων, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Οι ομιλητές ανέδειξαν διαφορετικές πλευρές της κρίσης του κράτους δικαίου, συγκλίνοντας στην εκτίμηση ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προϋποθέτει ουσιαστικές αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών και όχι μόνο νέες νομοθετικές ρυθμίσεις.
Το συντονισμό της συζήτησης έκανε η Μαρία Λούκα, Project Coordinator στο Εteron.