
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας, υιοθετώντας την πρόταση του εισαγγελέα, τον έκρινε ένοχο για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή.
Ποινή κάθειρξης 6 ετών, χωρίς αναστολή, επιβλήθηκε στον Χρ. Μαυρίκη για δωροδοκία δικαστή.
Παρά την προσπάθειά του να πείσει πως στόχος του δεν ήταν ο χρηματισμός του αρεοπαγίτη Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, για τον οποίο κατηγορείται , ο Χρήστος Μαυρίκης δεν τα κατάφερε. «Είναι τόσο αγνό το μυαλό μου που ούτε καν σκέφτηκα να δωροδοκήσω», είπε στους δικαστές ο άλλοτε πρωταγωνιστής στην υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων μέσω των ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ, τη δεκαετία του 1990.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας, υιοθετώντας την πρόταση του εισαγγελέα, τον έκρινε ένοχο για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή και του επέβαλε κάθειρξη 6 ετών, χωρίς αναστολή έως την έφεση. Η απόφαση αυτή τον οδηγεί και πάλι πίσω στο φυλακή, ενώ του επιβλήθηκε χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. «Αυτό που προστατεύεται είναι το αχρημάτιστο του έργου του δικαστή», τόνισε στην πρότασή του ο εισαγγελέας της έδρας Κωνσταντίνος Σιμιτζόγλου, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο είναι η προστασία της ανεξαρτησίας της δικαστικής κρίσης ενώ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν απαιτείται να υπάρξει αποτέλεσμα.
«Δεν είχα σκοπό να χρηματίσω με 1 εκ. ευρω. Εδώ δεν υπάρχει μαντήλι να κλάψουμε…»
Ιδιαίτερα ταραγμένος ο Χρ. Μαυρίκης κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, αρνούμενος όσα του αποδίδονται. Υποστήριξε πως το ποσό του 1.000.000 ευρώ που αναφερόταν στην επιστολή προς τον ανώτατο δικαστικό λειτουργό δεν αποτελούσε πρόταση χρηματισμού, αλλά πιθανή «μεσιτική αμοιβή» την οποία θα λάμβανε ο ίδιος. «Ούτε ιδιοκτήτης είμαι ούτε τίποτα, εγώ όχι 1.000.000, εδώ δεν υπάρχει μαντήλι να κλάψουμε!», είπε.
Ο αρεοπαγίτης Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, καταθέτοντας ως μάρτυρας στη δίκη, αναφέρθηκε στο τηλεφώνημα που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο ο οποίος ζήτησε να του παραδώσει φάκελο για υπόθεση που τον απασχολούσε. «Του εξήγησα ότι δεν παραλαμβάνω φακέλους και ότι πρέπει να απευθυνθεί στη γραμματεία. Τελικά ήρθε στο γραφείο μου παρουσία συναδέλφων και μου παρέδωσε τον φάκελο», εξήγησε ο ανώτατος δικαστικός λειτουργός, προσθέτοντας πως η επίμαχη επιστολή περιείχε αίτημα να παρέμβει σε εκκρεμή υπόθεση, καταλήγοντας στη φράση: «σε κάθε περίπτωση είμαι υπόχρεος και υπάρχει τίμημα για τη μεσιτεία».
Υπόσχεση ανταλλάγματος
Η ενέργεια αυτή του Χρ. Μαυρίκη όπως και η διατύπωση που χρησιμοποίησε στην επιστολή του, σύμφωνα με τον κ. Λυμπερόπουλο, αναμφίβολα υποδήλωνε πρόθεση επηρεασμού δικαστικής κρίσης. «Ζητούσε από δικαστικό λειτουργό να παρέμβει σε υπόθεση του και άφηνε υπόσχεση ανταλλάγματος».
Όπως κατέθεσε ο κ. Λυμπερόπουλος, η γνωριμία του με τον Χρ. Μαυρίκη περιοριζόταν σε μια παλαιότερη συνάντηση το 2016, αλλά «δεν υπήρχε καμία σχέση μεταξύ εκείνης της γνωριμίας και της συγκεκριμένης υπόθεσης».
Απολογούμενος ο Χρ. Μαυρίκης ισχυρίστηκε μετ’ επιτάσεως ότι το συγκεκριμένο ποσό δεν προοριζόταν να δοθεί σε δικαστή. «Ξέρετε πόσο είναι η μεσιτική αμοιβή; Αντιστοιχεί στο εκατομμύριο που συζητάμε, το οποίο δεν θα το έδινα εγώ αλλά θα το εισέπραττα», είπε και συμπλήρωσε, κοιτώντας τον κ. Λυμπερόπουλο πως εκείνο που ήθελε ήταν να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης: «Ζητούσα να μην απορριφθεί ως απαράδεκτη η αγωγή και να εξεταστεί στην ουσία», ανέφερε για να εισπράξει την απάντηση από τον ανώτατο δικαστικό λειτουργό: «Δεν είχατε λόγο να απευθυνθείτε σε εμένα και να αναφερθείτε σε οικονομικά μεγέθη. Είναι παράνομο».
Στην απολογία του πάντως ο Χρήστος Μαυρίκης θυμήθηκε και την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων στην οποία ήταν κεντρικό πρόσωπο, λέγοντας: «Τα προβλήματά μου ξεκίνησαν το 1993 με τις υποκλοπές», ενώ πρόσθεσε ότι επιδιώκει εδώ και χρόνια την ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης. Όπως είπε: «Είμαστε στην πέμπτη προσπάθεια. Αυτό που θέλω είναι να δικαστεί η υπόθεση στην ουσία και να ξεκαθαριστεί αν η έκταση ανήκει στο Δημόσιο ή όχι».
Σύμφωνα πάντως με τη δικαστική απόφαση, η αναφορά του Χρ. Μαυρίκη σε οικονομικό αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με το αίτημα παρέμβασης, συνιστά το αδίκημα της δωροδοκίας, με αποτέλεσμα την καταδίκη του κατηγορουμένου.