
Παρά τις σκληρές στρατιωτικές δηλώσεις του Πενταγώνου, ο Ντόναλτ Τραμπ γνωρίζει πως το πολιτικό κόστος της ενδεχόμενης επανέναρξης των επιχειρήσεων στο Ιράν θα ήταν μεγάλο.
Tο πρωί της Τετάρτης, ο αμερικανός υπουργός Άμυνας διεμήνυσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποκτήσουν τον έλεγχο των πυρηνικών αποθεμάτων του Ιράν είτε μέσω διαπραγμάτευσης είτε με τη χρήση βίας.
Ο πιο συγκρατημένος πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα παραμείνουν στη Μέση Ανατολή – «έτοιμες, εφόσον τους δοθεί εντολή, να επαναλάβουν στρατιωτικές επιχειρήσεις με την ίδια ταχύτητα και ακρίβεια που επέδειξαν τις τελευταίες 38 ημέρες».
Μόλις λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της κατάπαυσης του πυρός, ωστόσο, είχε γίνει σαφές πως η επανέναρξη των επιχειρήσεων δεν είναι πλέον βιώσιμη πολιτικά για τον Τραμπ. Με τις συνομιλίες να προγραμματίζονται για το Ισλαμαμπάντ την Παρασκευή, η Τεχεράνη δείχνει να το γνωρίζει.
Εάν οι μεταφορές πετρελαίου επαναληφθούν κανονικά μέσω του Στενό του Ορμούζ, η τιμή του Brent – η οποία έχει ήδη υποχωρήσει περίπου 14%, κινούμενη γύρω στα 95 δολάρια το βαρέλι – θα μπορούσε να συνεχίσει να μειώνεται. Οι τιμές καυσίμων αναμένεται να ακολουθήσουν, ακόμη κι αν δεν προβλέπεται επιστροφή στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο. Οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες κατέγραψαν επίσης άνοδο άνω του 2%.
Αυτοί είναι οι δείκτες άμεσης επιτυχίας που μετρούν πολιτικά για τον Τραμπ.
Γνωρίζει εξάλλου ότι ακόμη κι αν η κατάπαυση πυρός λήξει στις 21 Απριλίου χωρίς οριστική συμφωνία στα πολυετή ζητήματα που διχάζουν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη, το πολιτικό κόστος επανέναρξης των εχθροπραξιών θα είναι υψηλό – ιδίως ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και μιας επικείμενης συνόδου με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ.
Η ειδικός για το Ιράν και αντιπρόεδρος του προγράμματος εξωτερικής πολιτικής στο Brookings Institution, Σουζάν Μαλόνι, σημειώνει ότι «ένα στοιχείο αμοιβαίας αποτροπής» μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να παρατείνει την κατάπαυση πυρός.
Όπως εξήγησε, οι ΗΠΑ μπορούν να επαναλάβουν στρατιωτικές επιχειρήσεις ανά πάσα στιγμή, όμως το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να απειλήσει το Στενό του Ορμούζ, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές πετρελαίου και λιπασμάτων – μοχλοί πίεσης που ο Αμερικανός πρόεδρος λαμβάνει σοβαρά υπόψη.
Πολλά από τα βασικά λάθη του Τραμπ, σε αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «εκστρατεία» στο Ιράν, έγιναν στην αρχή της επιχείρησης.
Δεν συμβουλεύτηκε τους στενούς συμμάχους του πριν από τις επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου και διαπίστωσε έπειτα πως δεν ήταν πρόθυμοι να τον στηρίξουν. Στόχοι που είχε αρχικά θέσει – όπως η ενθάρρυνση εξέγερσης κατά του ιρανικού καθεστώτος και των Φρουρών της Επανάστασης – εγκαταλείφθηκαν γρήγορα.
Τα κράτη του Κόλπου δεν είχαν προειδοποιηθεί και βρέθηκαν με τις κρίσιμες υποδομές τους ουσιαστικά απροστάτευτες. Το Κογκρέσο παρακάμφθηκε, η εκλογική βάση του MAGA διχάστηκε και ακόμη και οι πιο «σκληροπυρηνικοί» στο Καπιτώλιο εξέφρασαν δυσαρέσκεια για το κόστος – περίπου 1 δισ. δολάρια ημερησίως – καθώς και για την απουσία ενημέρωσης από την κυβέρνηση.
Όλα αυτά βαραίνουν πολιτικά τον Τραμπ και θα τον βαρύνουν ακόμη περισσότερο εάν δώσει νέα εντολή για επιθέσεις.
Ο Χέγκσεθ υπέδειξε ένα πιθανό σημείο-κλειδί των διαπραγματεύσεων: την απαίτηση οι συνομιλίες να οδηγήσουν σε συμφωνία βάσει της οποίας το Ιράν θα παραδώσει περίπου 970 λίβρες ουρανίου εμπλουτισμένου σχεδόν σε επίπεδο πυρηνικού όπλου, που φυλάσσεται στις υπόγειες εγκαταστάσεις της Ισφαχάν.
«Είτε θα μας το παραδώσουν είτε θα το πάρουμε», δήλωσε. Μια τέτοια επιχείρηση, σύμφωνα με νυν και πρώην στρατιωτικούς διοικητές, θα απαιτούσε εκατοντάδες άνδρες των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων και θα συνοδευόταν από σημαντικό κίνδυνο απωλειών.
Ερωτηθείς πώς ακριβώς θα απομακρυνόταν το εμπλουτισμένο ουράνιο, ο Χέγκσεθ απάντησε: «Αυτό είναι κάτι που θα λύσει ο πρόεδρος».
Πηγή: New York Times